Αμερική


Αμερική
I
(America)
Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η αναφορά σε δύο χωριστές ηπείρους, τη Βόρεια Α. (μαζί με την Κεντρική και τα νησιά της Καραϊβικής, εκτός από αυτά που βρίσκονται στο νοτιότερο τμήμα της) και τη Νότια Α. Εδώ, θα εξετάσουμε ξεχωριστά αυτές τις δύο μεγάλες γεωγραφικές ενότητες, από πλευράς γεωμορφολογίας, οικονομίας και ανθρωπογεωγραφίας, αλλά σε ό,τι αφορά την ιστορία, τη λογοτεχνία και την τέχνη θα ακολουθήσουμε από κοινού εξέταση της ηπείρου.
Γενικά στοιχεία
Η Α. αποτελεί στο σύνολό της τον Νέο Κόσμο, που ονομάστηκε έτσι επειδή άρχισε να αποτελεί τμήμα των γεωγραφικών γνώσεων σε εποχή πρόσφατη σχετικά με τον Παλαιό Κόσμο (Ευρώπη, Ασία και Αφρική). Τον όρο Α. εισήγαγε το 1507 ο Γερμανός κοσμογράφος Μάρτιν Βαλντζεεμίλερ, για να κατονομάσει το τμήμα του Νέου Κόσμου που είχε εξερευνήσει ο Αμέρικο Βεσπούτσι (βλ. λ.)· πολύ γρήγορα όμως o όρος αυτός επεκτάθηκε σε ολόκληρη την ήπειρο (που αρχικά την προσδιόριζαν με τη γενική ονομασία Mundus Novus, δηλαδή Νέος Κόσμος), όταν οι γεωγραφικές ανακαλύψεις του 16ου αι. αποκάλυψαν ότι οι διάφορες παράκτιες περιοχές που είχαν ανακαλυφθεί μέχρι τότε, αποτελούσαν τμήματα ενός σαφώς καθορισμένου οργανικού συνόλου. Αντίθετα, το όνομα του Χριστόφορου Κολόμβου δόθηκε μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές, με κυριότερες τη Δημοκρατία της Κολομβίας και την καναδική επαρχία της Βρετανικής Κολομβίας.
Από γεωγραφική άποψη, η Α. εμφανίζεται με τη μορφή δύο ηπειρωτικών όγκων με αρκετές ομοιότητες στη γεωμορφολογική τους διάρθρωση· και οι δύο έχουν σχήμα τριγώνου με τη βάση στραμμένη στα Β και την κορυφή στα Ν, μόνο που η αστρονομική τους θέση δημιουργεί κλιματολογικές συνθήκες, και επομένως συνθήκες βλάστησης, οικονομικές και ανθρωπογεωγραφικές, διαφορετικές μεταξύ των αντίστοιχων τμημάτων των δύο εκτεταμένων ηπειρωτικών όγκων. Τη μεταβατική ζώνη αποτελεί μια ισθμιακή περιοχή στα Δ και μια εκτεταμένη νησιωτική ζώνη στα Α. Γι’ αυτό γίνεται λόγος για Βόρεια Α., Κεντρική Α. και Νότια Α. Στο σύνολό της, η αμερικανική ήπειρος εκτείνεται, από την άποψη του γεωγραφικού πλάτους, μεταξύ του Βόρειου Παγωμένου ωκεανού και του πορθμού του Ντρέικ σε σχεδόν 126° και ακριβέστερα μεταξύ 71° 59’ βόρειου πλάτους (βόρειο άκρο της χερσονήσου Μπούθια) και 53° 54’ νότιου πλάτους (ακρωτήριο Φρόβαρντ, στη χερσόνησο Μπρούνσγουικ) ή, αν ληφθούν υπόψη και τα νησιά, σε 139° και περισσότερο, δηλαδή μεταξύ 83° 39’ βόρειου πλάτους (ακρωτήριο Μόρις Τζέσαπ στη Γροιλανδία) και 55° 59’ νότιου πλάτους (ακρωτήριο Χορν στον πορθμό του Ντρέικ). Από την άποψη του γεωγραφικού μήκους εκτείνεται σε 133° και φτάνει στα Δ έως τις 168° 4’ δυτικού μήκους (ακρωτήριο Πρίγκιπας της Ουαλίας, στην Αλάσκα) και στα Α έως τις 34° 47’ δυτικού πλάτους (ακρωτήριο Μπράνκο στη Βραζιλία) ή, αν ληφθούν υπόψη και τα νησιά, σε σχεδόν 176°, δηλαδή μεταξύ 172° 25’ ανατολικού μήκους (νησί Ατού, στις Αλεούτες) και 12° δυτικού πλάτους (βορειοανατολική χερσόνησος της Γροιλανδίας). Στα Α, όπως και στα B (Βόρειος Παγωμένος ωκεανός), βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό, που εισχωρεί βαθιά στην ξηρά και σχηματίζει τη λεγόμενη Αμερικανική Μεσόγειο θάλασσα (Κόλπος του Μεξικού και Καραϊβική θάλασσα) και τον κόλπο του Χάντσον· στα Δ βρέχεται από τον Ειρηνικό ωκεανό προς την πλευρά του οποίου οι αμερικανικές ακτές είναι σχεδόν ευθύγραμμες, συχνά αλίμενες, και ακολουθούν κατεύθυνση από ΒΔ στα ΝΑ.
Βόρεια και Κεντρική Αμερική
Ολόκληρο το βόρειο τμήμα της ηπείρου ανήκει στο βόρειο ημισφαίριο και, σε μεγάλο μέρος, αν εξαιρέσουμε τη Γροιλανδία και τα νησιά του Αρκτικού Καναδικού αρχιπελάγους, στην εύκρατη ζώνη μεταξύ του Βόρειου Πολικού κύκλου και του Τροπικού του Καρκίνου. Στο κεντρικό τμήμα της εμφανίζεται ως συμπαγής ηπειρωτικός όγκος, που γίνεται συνεχώς λεπτότερος στα Ν. Από τον συμπαγή αυτόν όγκο ξεχωρίζουν δύο μεγάλες χερσόνησοι (Αλάσκα και Λαμπραντόρ) και άλλες μικρότερες, όπως οι Μπούθια και Μέλβιλ στα Β, η Νέα Σκοτία, το Ακρωτήριο Γκοντ, η Ντελμάρβα (Ντελάγουερ, Μέριλαντ, Βιρτζίνια) και η Φλόριντα στα Α, και η χερσόνησος της Καλιφόρνιας στα Δ. Έχει συνεπώς τη μορφή τεράστιου τριγώνου με τη βάση στραμμένη στα Β και την κορυφή στα Ν, όπου συνδέεται, μέσα από τον ισθμό του Τεουαντεπέκ χωρίς καμιά διακοπή της συνέχειας, με την Κεντρική Α., η οποία αποτελεί άμεση και φυσική προεκβολή της ηπείρου στα νότια.
Η Κεντρική Α. είναι το μικρότερο σε έκταση από τα τρία τμήματα που αποτελούν την Α., εμφανίζει όμως μεγάλη ποικιλία και πλούσιο διαμελισμό. Διακρίνεται σε ένα ισθμιακό τμήμα στα Δ και ένα νησιωτικό στα Α, περικλείοντας την Καραϊβική θάλασσα. Το ισθμιακό τμήμα, που συνδέει απευθείας τη Βόρεια Α. με τη Νότια Α., εκτείνεται μεταξύ του ισθμού του Τεουαντεπέκ, στο μεξικάνικο έδαφος, και του στενού λαιμού που σχηματίζεται από τους κόλπους Σαν Μιγκέλ και Ουραμπά στον Ειρηνικό και τον Ατλαντικό ωκεανό, αντίστοιχα, και ο οποίος πολιτικά ανήκει στον Παναμά και την Κολομβία. Το τμήμα αυτό γίνεται στενότερο στην πορεία από ΒΔ προς ΝΑ και εμφανίζει στο βορειότερο μέρος του δύο μεγάλους κόμβους: τη χερσόνησο Γιουκατάν (Μεξικό) και την Ονδούρα και Νικαράγουα, που τις χωρίζει ο κόλπος της Ονδούρας, ενώ νοτιότερα προχωρεί σε σχήμα διπλής καμπύλης και έχει πλούσιο οριζόντιο διαμελισμό ειδικά προς την πλευρά του Ειρηνικού, όπου βρίσκονται οι χερσόνησοι Νικόγια, Όσα και Ασουέρο, και οι κόλποι Παπαγκάγιο, Νικόγια, Κορονάντο, Ντούλσε, Κιρικί, Μοντίχο και ο κόλπος του Παναμά.
Πολιτικά, η Βόρεια και Κεντρική Α. αποτελείται από τρία εκτεταμένα κράτη (ΗΠΑ, Καναδάς και Μεξικό) και πολυάριθμα μικρότερα στην Κεντρική Α. και στα νησιά της Καραϊβικής. Εξακολουθούν επίσης να υφίστανται κτήσεις τόσο των παλιών αποικιοκρατικών δυνάμεων (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, Ολλανδία).
Νησιά και ακτές. Η Κεντρική Α. περιλαμβάνει πολυάριθμα νησιά στην Καραϊβική θάλασσα, τα οποία διακρίνονται στις Μεγάλες Αντίλλες (Κούβα, Τζαμάικα, Ισπανιόλα ή Αϊτή, Πουέρτο Ρίκο) στο κέντρο της Καραϊβικής, στις Μπαχάμες (στο βόρειο τμήμα της) και στις Μικρές Αντίλλες, στο νότιο τμήμα, που έχουν τοξοειδή διάταξη με την κυρτότητα στα ΒΑ, και φτάνουν έως τη νοτιοαμερικανική ήπειρο απέναντι από τη χερσόνησο Παρία της Βενεζουέλας.
Πολυάριθμα νησιά υπάρχουν και μπροστά στις βόρειες ακτές της Α., προς τον Βόρειο Παγωμένο ωκεανό· σπουδαιότερα από αυτά είναι η Γροιλανδία, το μεγαλύτερο νησί του κόσμου, που συμπεριλαμβάνεται στην Α., αν και από πολλές απόψεις θα μπορούσε να θεωρηθεί ξεχωριστή ηπειρωτική μονάδα, η Γη του Μπάφιν, τα νησιά Βικτόρια, Μπανκς, Σαουθάμπτον, Πρίγκιπας της Ουαλίας, Σόμερσετ, Ντέβον, Έλσμιρ, Άξελ Χάιμπεργκ και Μέλβιλ. Στον Ατλαντικό ωκεανό –εκτός από αυτά που αναφέρθηκαν, αφού ο Βόρειος Παγωμένος ωκεανός αποτελεί τμήμα του Ατλαντικού– βρίσκονται επίσης η Νέα Γη, τα νησιά Αντικόστ, Πρίγκιπα Εδουάρδου και Κέιπ Μπρέτον, μέσα στον κόλπο Σεν Λόρενς ή στο ανατολικό του άκρο, το Λονγκ Άιλαντ και άλλα μικρότερα τυπικά παράκτια, στα οποία πρέπει να προστεθούν και οι Βερμούδες. Για λόγους περισσότερο ιστορικούς, ανθρωπογεωγραφικούς και πολιτικούς παρά γεωμορφολογικούς, η Ισλανδία θεωρείται τμήμα της Ευρώπης, παρότι είναι πλησιέστερη προς την Αμερική. Στον Ειρηνικό ωκεανό βρίσκονται μερικά νησιά, όπως το Σεν Λόρενς, ο Άγιος Ματθαίος, το Νουνίβακ και το Πριμπίλοφ, στη θάλασσα του Μπέρινγκ, και επιπλέον οι Αλεούτες, προέκταση της χερσονήσου της Αλάσκας και συνδετικός κρίκος μεταξύ Ασίας και Αμερικής, οι οποίες θεωρούνται τμήμα της αμερικανικής ηπείρου επειδή ανήκουν στις ΗΠΑ· νοτιότερα βρίσκεται και το νησί Κόουντιακ και άλλα μικρότερα, που αποτελούν την προέκταση της χερσονήσου Κέναϊ, καθώς και το αρχιπέλαγος Αλεξάνδρου, τα νησιά της βασίλισσας Καρλότας και Βανκούβερ, που δημιουργήθηκαν από την καταβύθιση μιας απότομης οροσειράς με κατεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και αποτελούν νησιωτική ζώνη παράλληλη προς την ακτή και συνέχεια της Παραθαλάσσιας Οροσειράς. Τα άλλα νησιά του Ειρηνικού, όπως αυτά που βρίσκονται στα ανοιχτά των ακτών της Καλιφόρνιας –ανάμεσά τους η Γουαδελούπη και τα αρκετά απομακρυσμένα από τηνήπειρο Κλίπερτον και Ρεβιλιαχιχέδο– είναι πολύ μικρότερα. Από τις κολπώσεις που εισχωρούν στον ηπειρωτικό όγκο της Βόρειας Α. σημαντικότερες είναι o κόλπος του Χάντσον με το νότιο εξάρτημά του, τον κόλπο Τζέιμς, ο κόλπος Ανγκάβα, ο κόλπος Σεν Λόρενς, οι κόλποι Φάντι και Τσέζαπικ και o κόλπος του Μεξικού στον Ατλαντικό, o κόλπος της Καλιφόρνιας, o κόλπος της Αλάσκας και οι μικρότεροι κόλποι του Μπρίστολ και του Νόρτον στον Ειρηνικό.
Γεωμορφολογία. Η Βόρεια Α. εμφανίζει λίγες μεγάλες μορφολογικές ενότητες: στα Δ μια σειρά ορεινών αλυσίδων, τις Βορειοαμερικανικές Κορδιλιέρες, από τις οποίες σημαντικότερη είναι η οροσειρά των Βραχωδών Ορέων και στα Α τα Απαλάχια όρη, μικρότερης έκτασης·ανάμεσα σε αυτά τα δύο ορεινά συγκροτήματα εκτείνεται μια ζώνη χαμηλών εδαφών, που τη χωρίζει σε δύο τομείς μια σειρά μόλις διακρινόμενων μορενικών σωρών που περιβάλλουν από Ν την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών. Στα B εκτείνεται η Καναδική Ασπίδα, που αποχετεύει τα ύδατά της στον κόλπο του Χάντσον, ενώ στα Ν η λεκάνη του Μισισιπή διοχετεύει τα ύδατά της στον κόλπο του Μεξικού.
Οι δυτικές οροσειρές, που διαμορφώθηκαν κατά το τριτογενές, εκτείνονται παράλληλα προς την ακτή του Ειρηνικού, από την Αλάσκα έως το Μεξικό, και αποτελούνται από διάφορες κορδιλιέρες, σχεδόν παράλληλες μεταξύ τους. Αυτό το σύνολο υψηλών εδαφών στα Α το κλείνουν τα Βραχώδη Όρη, ενώ στα Δ εκτείνονται κατά μήκος του Ειρηνικού, ως συνέχειά τους, οι παράκτιες οροσειρές (της Αλάσκας, Παραθαλάσσια, των Καταρρακτών, Σιέρα Νεβάδα). Συνέχεια των οροσειρών αυτών στο μεξικανικό έδαφος είναι η δυτική Σιέρα Μάδρε, ενώ συνέχεια των Βραχωδών Ορέων είναι η ανατολική Σιέρα Μάδρε.
Τα δύο αυτά συστήματα οροσειρών περικλείουν ένα εκτεταμένο υψίπεδο, όπου τεκτονικά και ορεογενετικά φαινόμενα, που συνοδεύονται συχνά από ηφαιστειακές εκρήξεις, το έχουν χωρίσει σε ζώνες ανύψωσης και βύθισης. Δίπλα σε ζώνες οροπεδίων (Οροπέδιο του Κολούμπια, Μεγάλη Λεκάνη, Υψίπεδο του Κολοράντο, Οροπέδιο του Μεξικού) υπάρχουν χαμηλά εδάφη ή καθαυτό βυθίσματα (Κοιλάδα του Θανάτου, Σολτ Σι). Οι σεισμικές δονήσεις εξακολουθούν να είναι συχνές, ιδίως στην Καλιφόρνια, ενώ η ηφαιστειακή δράση είναι ακόμα και σήμερα πολύ έντονη στο Μεξικό.
Η μετάβαση από τα Βραχώδη Όρη στις μεγάλες πεδιάδες και τους λειμώνες είναι άμεση: από τις ψηλές κορυφές του σχεδόν αλπικού, ξερού και βραχώδους ανάγλυφου της Δύσης, περνάμε κατευθείαν στις απέραντες κεντρικές πεδιάδες. Το όριο που χωρίζει την Καναδική Ασπίδα από το βαθύπεδο του Μισισιπή μόλις που διαγράφεται από μικρά υψώματα, τα οποία σχημάτισαν οι λιθώνες (μορένες) των παγετώνων κατά την τεταρτογενή περίοδο. Η φύση του εδάφους, όμως, όπως και το τοπίο, παρουσιάζουν μάλλον σημαντικές διαφορές, ανάμεσα στις βόρειες περιοχές που καλύπτονται από στρώμα υλικού αποσάρθρωσης πάνω στο οποίο έχουν ανα
πτυχθεί δάση κωνοφόρων, και στις νότιες που το χαρακτηριστικό τους είναι το τοπίο των εύκρατων ζωνών.
Το ορεινό σύστημα των Απαλαχίων είναι παλαιότερο από την αλυσίδα των δυτικών οροσειρών. Σχηματίστηκε κατά τον παλαιοζωικό αιώνακαι το τοπίο χαρακτηρίζεται από στρογγυλοποιημένες μορφές, που οφείλονται σε μια πιο μακρόχρονη διαμορφωτική δράση των ατμοσφαιρικών φαινομένων.
Πιο χαμηλά, στην Κεντρική Α., παρά τον πλούτο και την ποικιλία του οριζόντιου διαμελισμού και τη διασπορά των νησιών μεταξύ του κόλπου του Μεξικού, της Καραϊβικής θάλασσας και του Ατλαντικού ωκεανού, ξεχωρίζουν ορισμένα γενικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν τη θεώρηση της περιοχής αυτής ως οργανικού συνόλου. Το ανάγλυφο διαμορφώθηκε σιγά-σιγά προς τα τέλη του τριτογενούς, στη συνέχεια της αλπικοϊμαλαϊκής ορεογένεσης, που δημιούργησε ταυτόχρονα τις Βορειοαμερικανικές Κορδιλιέρες και την Κορδιλιέρα των Άνδεων. Με τους σχεδόν τραπεζοειδείς ασβεστολιθικούς όγκους του Γιουκατάν, της κεντρικής και βόρειας Κούβας και της υφαλοκρηπίδας πάνω στην οποία βρίσκονται τα νησιά Μπαχάμες, ήρθε σε ανώμαλη τεκτονική επαφή ένα τόξο ορεινών όγκων, που προεκτείνεται υποθαλάσσια σήμερα έως τη Βενεζουέλα και σχηματίζει τη νήσο Κέιμαν, τη Σιέρα Μαέστρα της Κούβας, την Ισπανιόλα (Αϊτή), το Πουέρτο Ρίκο και όλες τις Μικρές Αντίλλες. Μια άλλη οροσειρά αρχίζει από τον ισθμό του Τεουαντεπέκ και προχωρεί ΝΑ έως την Κορδιλιέρα των Άνδεων, σχηματίζοντας τον λεπτό κορμό της ισθμιακής Α. Ανάμεσα στις δύο αυτές μεγάλες οροσειρές έχει παρεμβληθεί μια τρίτη, καταποντισμένη σήμερα σε μεγάλο μέρος, που συνδέει απευθείας τον ορεογραφικό κόμβο Ονδούρας-Νικαράγουας με τη ΝΔ χερσόνησο της Ισπανιόλας, σχηματίζοντας τα νησιά Ρόζαλιντ Μπανκ, Πέντρο Κέις και Τζαμάικα. Η τεκτονική δράση κατά το τριτογενές συνοδεύτηκε από έντονη ηφαιστειακή δράση και πολλά από τα ψηλότερα όρη, καθώς και διάφορα νησιά, ειδικά από αυτά που ανήκουν στο εσωτερικό τόξο των Μικρών Αντιλλών, δεν είναι παρά ηφαιστειακοί κώνοι, συχνά ενεργείς ακόμα και σήμερα.
Κλίμα. Το κλίμα της Βόρειας Α. επηρεάζεται τόσο από το γεωγραφικό πλάτος και τη διάταξη του ανάγλυφου όσο και από την ατμοσφαιρική κυκλοφορία και την απόσταση από τις ακτές. Η ποικιλία των κλιματολογικών συνθηκών είναι μεγάλη και με μια πλατιά κλίμακα ενδιάμεσων κλιμάτων περνάμε από το τροπικό κλίμα των θερμών και υγρών ακτών του κόλπου του Μεξικού στο πολικό των βορειότατων περιοχών. Η ευεργετική επίδραση της θάλασσας περιορίζεται σε μια στενή παραλιακή λωρίδα. Μια πολύπλοκη κίνηση ανέμων συμβάλλει στη διαμόρφωση του κλίματος και η συνάντηση ρευμάτων αέρα προκαλεί συχνές αλλαγές καιρού και σφοδρούς κυκλώνες. Ακόμα και το φράγμα της Βορειοαμερικανικής Κορδιλιέρας επιδρά σημαντικά στο κλίμα: εμποδίζοντας τους υγρούς ανέμους του Ειρηνικού να φτάσουν στις ηπειρωτικές ζώνες, προκαλεί στις εκτεταμένες πεδιάδες του εσωτερικού (που τον χειμώνα δέχονται τις πολικές επιδράσεις και το καλοκαίρι τις τροπικές) εξαιρετικά απότομες μεταπτώσεις της θερμοκρασίας με αιχμές 55° πάνω ή κάτω από το μηδέν.
Οι κλιματολογικές συνθήκες της Κεντρικής Α., που βρίσκεται στην καρδιά των τροπικών κυκλώνων, τροποποιούνται από την απόσταση των διαφόρων περιοχών από τη θάλασσα και από το υψόμετρο. Το κλίμα είναι υποτροπικού τύπου, πολύ υγρό και με υψηλές θερμοκρασίες, όμως το διαφορετικό υψόμετρο καθορίζει τον διαχωρισμό της Κεντρικής Α. σε τρεις κλιματικές περιοχές: θερμές (tierras calientes)έως τα 600 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, εύκρατες (tierras templadas)από 600 έως 1800 μ. και ψυχρές (tierras frias)πάνω από τα 1800 μ.
Υδρογραφία. Η κατανομή των υδάτων που ρέουν στη Βόρεια Α. εξαρτάται άμεσα από τη διάταξη των μεγάλων μορφολογικών μονάδων. Η γειτνίαση της Βορειοαμερικανικής Κορδιλιέρας –που αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή των υδάτων μεταξύ Ατλαντικού και Ειρηνικού– με τον Ειρηνικό ωκεανό, δημιουργεί μεγάλες διαφορές στο μήκος, στην υδροπαροχή και στη στάθμη των ποταμών που ρέουν προς τις ακτές του Ειρηνικού ή του Ατλαντικού και των θαλασσών που συνδέονται άμεσα με αυτόν (Βόρειος Παγωμένος ωκεανός και Κόλπος του Μεξικού). Αν εξαιρέσουμε τις εκτάσεις χωρίς επιφανειακή υδρογραφία και τις ενδορροϊκές περιοχές (όσες δηλαδή αποχετεύουν τα ύδατά τους σε λεκάνες χωρίς έξοδο προς τη θάλασσα), περίπου τα τέσσερα πέμπτα του βορειοαμερικανικού εδάφους αποχετεύουν τα ύδατά τους στον Ατλαντικό και στις δύο θάλασσες που αποτελούν τμήματά του. Οι ποταμοί που κατευθύνονται προς τις δυτικές ακτές έχουν κατά κανόνα μικρότερο μήκος, ταχύτερο ρου και ακανόνιστη στάθμη. Μερικοί από αυτούς έχουν ωστόσο σημαντικό μήκος και υδροπαροχή, όπως ο Γιούκον, που διασχίζει την Αλάσκα από τα Α στα Δ και εκβάλλει στη Θάλασσα του Μπέρινγκ, ο Κολούμπια, που όπως και ο Σνέικ, ο μεγαλύτερος παραπόταμός του, ρέει στην αρχή στα Ν και μετά τη συνένωσή τους στρέφεται στα Δ και εκβάλλει στον Ειρηνικό και ο Κολοράντο, που διασχίζει το ομώνυμο οροπέδιο και αυλακώνει βαθιά το Γκραν Κάνιον.
Οι κεντρικές πεδιάδες αποτελούν δύο μεγάλες υδρογραφικές περιοχές· στα Ν, την περιοχή του κόλπου του Μεξικού, που σχεδόν αποκλειστικά αποχετεύει τα ύδατά της με τον Μισισιπή-Μιζούρι και τους παραποτάμους του, και την πολική περιοχή, όπου οι μεγαλύτεροι ποταμοί είναι ο Μακένζι και ο Νέλσον. Απευθείας στον Ατλαντικό εκβάλλουν ποταμοί κατά κανόνα μικρού μήκους· δύο από αυτούς πάντως, ο Χάντσον και ο Σεν Λόρενς, έχουν σημαντικό οικονομικό ενδιαφέρον επειδή συνδέονται απευθείας με τις Μεγάλες Λίμνες με δίκτυο πλωτών διωρύγων.
Στις βόρειες και βορειοδυτικές περιοχές, η ανόρυξη του εδάφους από τους παγετώνες της τεταρτογενούς περιόδου και η κατοπινή υποχώρηση των παγετώνων προς τις αρκτικές περιοχές δημιούργησαν τη μεγαλύτερη λιμναία περιοχή του κόσμου, που εκτείνεται με τις μυριάδες λίμνες της, από τις οποίες μερικές είναι πολύ μεγάλες, ιδίως στο καναδικό έδαφος. Οι σημαντικότερες από αυτές, που αποκαλούνταν και Μεγάλες Λίμνες, βρίσκονται στα σύνορα μεταξύ ΗΠΑ καιΚαναδά, και είναι η Σουπίριορ, η Μίσιγκαν, η Ίρι, η Χιούρον και η Οντάριο. Άλλες μεγάλες βορειοαμερικανικές λίμνες βρίσκονται μόνο στο καναδικό έδαφος, όπως η λίμνη Γουίνιπεγκ, η λίμνη των Άρκτων, η λίμνη των Σκλάβων και η Αθαμπάσκα. Ανάμεσα στα υψίπεδα των δυτικών περιοχών, στο βάθος των εκτεταμένων λεκανών, βρίσκονται συχνά λιμναίες λεκάνες, από τις οποίες σημαντικότερη είναι η Μεγάλη Αλμυρή Λίμνη.
Σε ό,τι αφορά το τμήμα της Κεντρικής Α., η μικρή έκταση των εδαφών και η συχνή παρουσία καρστικών φαινομένων, ειδικά στο Γιουκατάν και στην Κούβα, δεν επιτρέπουν τον σχηματισμό ενός καθαυτού υδρογραφικού δικτύου ούτε καν τη διαμόρφωση υδάτινων ρευμάτων με αξιόλογο μήκος. Κυριότεροι ποταμοί είναι ο Πατούκα και ο Κόκο στον ορεογραφικό κόμβο Ονδούρας-Νικαράγουας και ο Σαν Χουάν που πηγάζει από τη λίμνη της Νικαράγουας· και οι τρεις εκβάλλουν στη θάλασσα των Αντιλλών. Μεγαλύτερη λίμνη της Κεντρικής Α. είναι η λίμνη της Νικαράγουας, ενώ άλλες μικρότερες υπάρχουν τόσο στο ισθμιακό όσο και στο νησιωτικό τμήμα της Κεντρικής Α.
Χλωρίδα. Σε στενή συνάφεια με τις κλιματολογικές συνθήκες βρίσκεται και η φυσιογνωμία της βλάστησης. Στις βόρειες πολικές ζώνες εκτείνεται μια πλατιά λωρίδα τούνδρας, με χαρακτηριστικό την κυριαρχία λειχήνων και βρύων, που ακολουθείται από μια ζώνη όπου ευδοκιμούν ποώδη φυτά, κυρίως αγρωστώδη, ρανούγκουλοι και δενδρύλλια, τα οποία ωστόσο φτάνουν σε αρκετό ύψος. Τα πεύκα, οι θούγιες (θυΐες) και η γιγαντιαία σεκόια κυριαρχούν στα δάση που εκτείνονται κατά μήκος των ακτών του Ειρηνικού και στη δυτική πλαγιά της Οροσειράς των Καταρρακτών και της Σιέρα Νεβάδα, ενώ αμέσως στα ανατολικά εκτείνεται η έρημος όπου μπορούν να ζήσουν λίγα είδη, τυπικά αμερικανικά, αλλά σε όλα όμοια με τα ερημικά είδη των άλλων ηπείρων. Πυκνά είναι τα δάση του βόρειου Μεξικού, όπου κυριαρχούν βελανιδιές, φράξινοι, πλατάνια, λεύκες και κυπαρίσσια, ενώ στην εσωτερική υποτροπική στέπα συναντώνται οπουντίες, μαμιλαρίες, αγαύες και γιούκες. Στη ζώνη των Μεγάλων Λιμνών και των Βραχωδών Ορέων τα εκτεταμένα αειθαλή φυσικά δάση φτελιάς μέσα στα οποία ευδοκιμούν αζαλέες, ροδόδεντρα και μυρτίλα και όπου φύεται ένα τοξικό φυτό, ο ρους το τοξικόδενδρο (poison ivy), έχουν σήμερα μετατραπεί κυρίως σε αγρούς σιταριού και εκτεταμένα λιβάδια, στα οποία εκτρέφονται βοοειδή εξαιρετικής ράτσας που έχουν εισαχθεί από την Ευρώπη. Εκτός από το σιτάρι και τα φυτά που προορίζονται για ζωοτροφές, σε αυτή την περιοχή ευδοκιμούν και καλλιεργούνται πολυάριθμα είδη οπωροφόρων (μηλιές, ροδακινιές, δαμασκηνιές κλπ.), λαχανικά και καπνός. Εντατικά καλλιεργείται και η ζώνη της λεκάνης του Μισισιπή με χαρακτηριστικό της τα φυσικά δάση, όπου ξεχωρίζουν, ανάμεσα στα άλλα φυτά, η μανόλια και η δάφνη. Από αυτές τις περιοχές, όπως και από την εύκρατη ζώνη της Καλιφόρνιας, προέρχονται οι ντομάτες, ο καπνός, το καλαμπόκι και οι αραχίδες. Σε αυτές μπορεί να καλλιεργηθεί και βαμβάκι, το οποίο ευδοκιμεί ιδιαίτερα στις νότιες περιοχές της Βόρειας Α. (Μεξικό, Φλόριντα και νότια Καλιφόρνια) όπου αρχίζει το τροπικό κλίμα. Μεγάλη σημασία έχει και ο ανανάς. Σήμερα στην Καλιφόρνια, ειδικά στην πιο εύκρατη παράκτια ζώνη, μπορεί να καλλιεργηθεί κάθε είδους φυτό: τυπικά μεσογειακά όπως η ελιά, το αμπέλι και τα εσπεριδοειδή, αφρικανικά και αμερικανικά φοινικόδεντρα, μέχρι και τυπικά τροπικά φυτά, όπως το βαμβάκι και ο ανανάς. Η χρησιμοποίηση της πιο σύγχρονης τεχνικής έχει επιτρέψει στους Αμερικανούς να καλλιεργούν όλα τα χρήσιμα φυτά του κόσμου και πολλά έχουν ευδοκιμήσει τόσο καλά, ώστε έχουν καλύτερη απόδοση σε σχέση με τις χώρες καταγωγής τους.
Πανίδα. Παρά τη μεγάλη έκταση του εδάφους και την ποικιλία γεωγραφικού πλάτους και κλίματος, η Βόρεια Α. έχει πανίδα σχετικά φτωχή σε χαρακτηριστικά και αποκλειστικά είδη. Ο αποικισμός και η εντατική εκτροφή ζώων που προέρχονταν από εισαγωγή είχαν επακόλουθο τον σημαντικό περιορισμό της ιθαγενούς πανίδας. Αυτό εξηγείται κατά ένα μέρος και από το γεγονός ότι έως τον ευρωπαϊκό αποικισμό, τα κατοικίδια ζώα στη Βόρεια Α. περιορίζονταν μόνο στον τάρανδο, στο βόδι το μοσχοφόρο και στον γάλο, ζώα που και σήμερα απαντώνται σε άγρια κατάσταση.
Στις βορειότερες περιοχές ζουν διάφορα τυπικά θηλαστικά, όπως η λευκή αρκούδα (βόρεια του 60ού παραλλήλου), η αμερικανική άλκη, η γκρίζα αρκούδα (γκρίτζλι), ο πολικός λύκος, η ασημόχρωμη αλεπού, η μικρόσωμη αλεπού (αλώπηξ η μακρόωτος). Στις ζώνες μέσου γεωγραφικού πλάτους είναι διαδεδομένος ο αμερικανικός βίσονας, πιο γνωστός ως μπάφαλο (βίσων ο γνήσιος), που προστατεύεται πλέον από αυστηρές διατάξεις για να σωθεί από τις συνέπειες του αμείλικτου κυνηγιού που γινόταν από τον άνθρωπο εις βάρος του, το βαπίτι (έλαφος η καναδική), η αντιλοκάπρα, τυπικό ζώο των Βραχωδών Ορέων, η αμερικανική αρκούδα (μπαριμπάλ), που συναντάται και στις νότιες περιοχές έως το Μεξικό, ο κόκκινος λύκος (λυγξ ο πυρρός) και σκίουροι τριών τύπων (ο κόκκινος, ο γκρίζος και ο σκίουρος-αντιλόπη). Ο ιαγουάρος (jaguar) και το πούμα ή αμερικανικό λιοντάρι (puma), εκτός από τη Βόρεια Α., ζουν και σε εκτεταμένες περιοχές της Νότιας Α.
Από τα ερπετά, σημαντικότερα είναι τα φίδια του γένους κροταλίας, ο αμερικανικός αλιγάτορας, διαδεδομένος κυρίως στη λεκάνη του Μισισιπή, και διάφορες χελώνες χερσαίες, αμφίβιες ή του γλυκού νερού. Από τα πτηνά της βορειοαμερικανικής πανίδας ξεχωρίζει ο θαλάσσιος αετός (αλιάετος ο λευκοκέφαλος), που αποτελεί έμβλημα των ΗΠΑ. Από τα πολυάριθμα τυπικά έντομα της Βόρειας Α. αναφέρουμε δύο, γνωστά –δυστυχώς– και στις άλλες ηπείρους: η δορυφόρος η δεκάγραμμοςλεπτινόταρσο, που προκαλεί μεγάλες ζημιές στα φυτά της πατάτας, και η φυλλοξήρα, το φοβερό παράσιτο του αμπελιού.
Ανθρωπογεωγραφία. Η Βόρεια Α. είναι ένα από τα λιγότερο πυκνοκατοικημένα τμήματα του κόσμου, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη η αφθονία πρώτων υλών, οι ενεργειακοί πόροι και η μεγάλη έκταση γαιών που ευνοούν την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Κλιματολογικοί και ιστορικοί παράγοντες εξηγούν τη χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού (11 κάτ. ανά τ. χλμ. στην καθαυτό Βόρεια Α.) και δικαιολογούν την εντελώς άνιση κατανομή του στη βορειοαμερικανική ήπειρο. Η Γροιλανδία και το Αρκτικό Καναδικό αρχιπέλαγος είναι ουσιαστικά ακατοίκητες περιοχές, με εξαίρεση ορισμένες παράκτιες ζώνες που είναι πιο ευνοημένες από τη φύση, όπου και πάλι η πυκνότητα του πληθυσμού δεν υπερβαίνει τον 1 κάτ. ανά τ. χλμ. Αυτή είναι άλλωστε η τυπική τιμή της πυκνότητας σχεδόν σε ολόκληρη την Αλάσκα και σε μεγάλο μέρος του Καναδά, Ν του 50ού παραλλήλου, εάν εξαιρέσουμε μεγάλες περιοχές της Αλμπέρτα, του Σασκάτσιουαν και της Μανιτόμπα, όπου η πυκνότητα ποικίλλει μεταξύ 1 και 10 κάτ. ανά τ. χλμ. Στον νοτιοανατολικό Καναδά και στις ανατολικές ΗΠΑ, δηλαδή στις περιοχές του πρώτου αποικισμού, η πυκνότητα φτάνει σε σχετικά υψηλά επίπεδα, σχεδόν παντού πάνω από 15 κάτ. ανά τ. χλμ. με αιχμές άνω των 200 κάτ. ανά τ. χλμ., ειδικά κατά μήκος του Σεν Λόρενς, στην παράκτια λωρίδα των ΗΠΑ μεταξύ Βαλτιμόρης και Βοστόνης και στην εκτεταμένη περιοχή των Μεγάλων Λιμνών. Όσο προχωρούμε στα Δ, η πυκνότητα του πληθυσμού ελαττώνεται σιγά-σιγά, ώσπου φτάνει σε ελάχιστα όρια, κάτω του 1 κάτ. ανά τ. χλμ., στην εκτεταμένη περιοχή της Βορειοαμερικανικής Κορδιλιέρας, ενώ αρχίζει να αυξάνει πάλι στην εύφορη Καλιφόρνια και στις πολιτείες του ΒΔ τμήματος των ΗΠΑ. Στο Μεξικό, ο πληθυσμός είναι πυκνότερος στα υψίπεδα, σε βόρειο γεωγραφικό πλάτος 20° και μεταξύ Γκουανταλαχάρα και Βέρα Κρουζ· αραιοκατοικημένη είναι η παράκτια ΝΔ λωρίδα και ολόκληρο το βόρειο και ΒΔ τμήμα της χώρας. Η Κεντρική Α. είναι αναμφισβήτητα το πιο πυκνοκατοικημένο τμήμα της βορειοαμερικανικής ηπείρου, αλλά η κατανομή του πληθυσμού είναι τόσο άνιση και η μορφολογική και πολιτική κατάτμηση τόσο ποικίλη, ώστε ο καθορισμός μιας μέσης τιμής πυκνότητας πληθυσμού εμφανίζεται εντελώς περιττός. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι το ισθμιακό τμήμα είναι λιγότερο πυκνοκατοικημένο από το νησιώτικο, με μέση πυκνότητα από 5 κάτ. ανά τ. χλμ. στην Ονδούρα έως 49 στη Γουατεμάλα, με μια μεγάλη αιχμή (περ. 170 κάτ.) στο Σαλβαδόρ. Οι Μπαχάμες εμφανίζουν σχετικά μικρή πυκνότητα, ενώ οι Αντίλλες έχουν πολύ υψηλούς δείκτες: υπερβαίνουν τους 309 κάτ. ανά τ. χλμ. (Πουέρτο Ρίκο) και φτάνουν μάλιστα τους 554 κάτ. (Μπαρμπάντος). Πολλά νησιά των Μικρών Αντιλλών είναι ασφαλώς υπερβολικά πυκνοκατοικημένα, σε σύγκριση με τις οικονομικές δυνατότητες που προσφέρουν.
Η επικρατούσα θρησκεία είναι ο χριστιανισμός. Στο Μεξικό, στην Κεντρική Α. και στα νησιωτικά κράτη της Καραϊβικής υπερτερούν σαφώς οι καθολικοί, στον Καναδά οι καθολικοί είναι σχεδόν ισάριθμοι με τους διαμαρτυρόμενους, ενώ στις ΗΠΑ η πλειοψηφία των κατοίκων είναι διαμαρτυρόμενοι. Αλλά και η διάδοση των γλωσσών (αγγλική και γαλλική στον Καναδά· αγγλική στις ΗΠΑ, την Τζαμάικα και στις κτήσεις, πρώην και νυν, των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας· ισπανική στο Μεξικό και στην Κεντρική Α.· γαλλική ή ολλανδική στις νησιωτικές κτήσεις των αντίστοιχων χωρών) αντικατοπτρίζει καθαρά την ιστορική ανάπτυξη της εγκατάστασης των Ευρωπαίων αποίκων.
Ως προς τη φυλετική σύνθεση, οι αυτόχθονες (ιθαγενείς) στον Καναδά και στις ΗΠΑ έχουν ουσιαστικά εκλείψει και δεν αποτελούν παρά ασήμαντη μειονότητα. Αριθμητικά, οι λευκοί υπερτερούν στον Καναδά και στις ΗΠΑ, όπου όμως υπάρχουν πολυάριθμοι Αφροαμερικανοί, οι οποίοι, αφού έζησαν σε ταπεινωτικές συνθήκες μέχρι πολύ πρόσφατα, εντάσσονται πλέον σιγά-σιγά στον κοινωνικό ιστό. Αντίθετα, στο Μεξικό, όπου το 30% του πληθυσμού αποτελείται από αυτόχθονες και το 55% από μιγάδες και σχεδόν σε όλες τις χώρες της Κεντρικής Α. και της Καραϊβικής, με εξαίρεση την Κούβα και την Κόστα Ρίκα, υπερτερούν οι αυτόχθονες και οι Αφροαμερικανοί, καθαρόαιμοι ή μιγάδες, με σχετικές τιμές στο σύνολο του πληθυσμού ανώτερες του 60% και με μέγιστες αιχμές που υπερβαίνουν το 90% (Τζαμάικα, Μπαρμπάντος, Νικαράγουα, Ελ Σαλβαδόρ, Ονδούρα, Αϊτή).
Οικονομία. Στη βορειοαμερικανική οικονομία μεγάλη σημασία έχουν οι πόροι του υπεδάφους, του οποίου η εκμετάλλευση είχε ως επακόλουθο τη δημιουργία των μεγάλων βιομηχανικών περιοχών. Το βορειοαμερικανικό πετρέλαιο αντιπροσωπεύει το 22% της συνολικής παραγωγής στον κόσμο και υψηλά ποσοστά εμφανίζουν οι παγκόσμιες στατιστικές για τη βορειοαμερικανική παραγωγή σιδήρου (10%), άνθρακα (24%), χαλκού (28%), μολύβδου, θείου, χρυσού, αργύρου, αλουμινίου και άλλων μετάλλων.
Τα μεγάλα ανθρακοφόρα λεκανοπέδια βρίσκονται στον Καναδά (επαρχίες Αλμπέρτα και Σασκάτσιουαν) και στις ΗΠΑ (κεντροδυτικές και προπάντων κεντροανατολικές πολιτείες). Η παρουσία κοιτασμάτων σιδήρου κοντά στα ανθρακοφόρα κοιτάσματα δημιούργησε μια από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές περιοχές του κόσμου. Η μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου αντλείται στις ΗΠΑ (Τέξας, Λουϊζιάνα, Καλιφόρνια, Οκλαχόμα και Κάνσας).
Η γεωργία εκμεταλλεύεται μόνο κατά ένα μέρος τα εδάφη της Βόρειας και Κεντρικής Α.: οι αροτραίες καλλιέργειες και οι δενδροκαλλιέργειες είναι διαδεδομένες σε λιγότερο από ένα δέκατο της συνολικής επιφάνειας του εδάφους (τα μεγαλύτερα ποσοστά απαντώνται στις Αντίλλες και σε μερικές πολιτείες των ΗΠΑ). Στον αγροτικό τομέα, δύο είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της βορειοαμερικανικής οικονομίας: η διάδοση και η εντατική καλλιέργεια φυτών από άλλες ηπείρους (βαμβάκι, ζαχαροκάλαμο και καφές) και η καλλιέργεια των δημητριακών στις βόρειες περιοχές, η οποία συνεχώς επεκτείνεται (στον Καναδά καλλιέργεια σιταριού γίνεται ακόμα και σε βόρειο πλάτος 55°).
Την ανάπτυξη των συγκοινωνιών στη Βόρεια Α. επέβαλε η ανάγκη αναζήτησης ταχύτερων και πιο άνετων μεταφορικών μέσων, έτσι ώστε να καλυφθούν όλο και μεγαλύτερες αποστάσεις: οι οδικές συγκοινωνίες πέρασαν έτσι σε δεύτερη μοίρα, σε σχέση με τις ποτάμιες, τις σιδηροδρομικές και τις αεροπορικές. Μεγάλη ανάπτυξη γνώρισε το σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο βασίζεται στις μεγάλες γραμμές που διασχίζουν από τη μία άκρη στην άλλη τη βορειοαμερικανική ήπειρο συνδέοντας τους δύο ωκεανούς· σήμερα υπάρχουν δεκάδες διηπειρωτικές σιδηροδρομικές γραμμές. Οι αμαξιτοί δρόμοι έχουν μεγάλη σημασία στις βόρειες περιοχές, ειδικά τις καναδικές. Οι υδάτινοι δρόμοι αποτέλεσαν πάντα έναν από τους κυριότερους παράγοντες για την οικονομική ανάπτυξη της Βόρειας Α.· τόσο οι ποταμοί, που έκαναν δυνατή τη διείσδυση στο εσωτερικό, όσο και το δίκτυο διωρύγων, που συνδέει τις Μεγάλες Λίμνες μεταξύ τους και με την ακτή του Ατλαντικού, καθώς και η διώρυγα του Παναμά, που στην πράξη είναι η μόνη οδός επικοινωνίας μεταξύ Ατλαντικού και Ειρηνικού ωκεανού.
Η οικονομία της Κεντρικής Α. δεν εμφανίζει ασφαλώς την ευρύτατη κλίμακα των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των οικονομικών δραστηριοτήτων του βορειότερου τμήματος της ηπείρου. Το τροπικό κλίμα, οι πενιχροί ενεργειακοί πόροι και ένα σύνολο συντελεστών, που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συνοπτικά ιστορικοί, αναχαίτισαν και επιβραδύνουν σήμερα την οικονομική ανάπτυξη. Βάση της οικονομίας της περιοχής, εκτός από τα μεταλλεύματα που εξάγονται σε σχετική αφθονία (χρυσός, άργυρος, χρώμιο, σίδηρος, χαλκός κλπ.) και τους τεράστιους δασικούς πόρους, είναι κυρίως η γεωργία, που εμφανίζεται με διπλή μορφή: καλλιέργειες για εσωτερική κατανάλωση (καλαμπόκι, σόργο, μανιόκα, ρύζι, πατάτες) και φυτείες (καφές, μπανάνες, καπνός, βαμβάκι, κακάο, ζαχαροκάλαμο, ανανάς, εσπεριδοειδή) που εξασφαλίζουν σημαντικές εξαγωγές των προϊόντων αυτών και των παραγώγων τους, όπως η ζάχαρη, το ρούμι κλπ. Η βιομηχανία βρίσκεται σχεδόν στη φάση της ανάπτυξης και δεν είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εσωτερικής αγοράς.Νότια Αμερική
Λιγότερο εκτεταμένη και λιγότερο πυκνοκατοικημένη από τη Βόρεια Α., η Νότια Α. παρουσιάζει ανάλογα γεωλογικά, μορφολογικά και υδρογραφικά χαρακτηριστικά· η μορφή της όμως είναι αρκετά πιο συμπαγής. Έχει μικρό διαμελισμό, εκτός από το νότιο άκρο της προς το οποίο ο ηπειρωτικός όγκος σιγά-σιγά στενεύει και καταδύεται, ενώ από τη μακριά και ασυνεχή παραλιακή οροσειρά της πλευράς της προς τον Ειρηνικό, που ακολουθεί κατεύθυνση παράλληλη με την Κορδιλιέρα των Άνδεων, αναδύονται μόνο οι ψηλότερες κορυφές, που σήμερα σχηματίζουν ένα πολύπλοκο σύμπλεγμα μεγάλων και μικρών παράκτιων νησιών στα Ν του 42ου παραλλήλου.
Η Νότια Α. βρέχεται στα Δ από τον Ειρηνικό, στα Ν από τον πορθμό του Ντρέικ στα Α και ΒΑ από τον Ατλαντικό, στα Β από την Καραϊβική θάλασσα. Από την άποψη του γεωγραφικού πλάτους εκτείνεται μεταξύ 12° 28’ βόρειου πλάτους (ακρωτήριο Γκαλίνας στην Κολομβία) και 53° 54’ νότιου πλάτους (ακρωτήριο Φρόβαρντ στον πορθμό του Μαγγελάνου) και, αν ληφθούν υπόψη και τα νησιά, μεταξύ 12° 38’ βόρειου πλάτους (βόρειο άκρο του νησιού Αρούμπα) και 55° 59’ νότιου πλάτους (ακρωτήριο Χορν στο ομώνυμο νησί της Χιλής). Από την άποψη του γεωγραφικού μήκους, εκτείνεται μεταξύ 81° 15’ δυτικού μήκους (ακρωτήριο Παρίνιας στο Περού) και 34° 47’ δυτικού μήκους (ακρωτήριο Μπράνκο στη Βραζιλία) ή, αν ληφθούν υπόψη και τα νησιά, που συμβατικά θεωρούνται πως ανήκουν σεαυτό το τμήμα, μεταξύ 92° δυτικού μήκους (νησί Ντάργουιν ή Ισαβέλλα, το δυτικότερο του συμπλέγματος Γκαλαπάγκος) και 28° 51’ δυτικού μήκους (στο νησί Μάρτιμ Βαζ της Βραζιλίας).
Από πολιτική άποψη, το ηπειρωτικό έδαφος της Νότιας Α. αποτελείται από δώδεκα ανεξάρτητα κράτη και από μια γαλλική κτήση (Γαλλική Γουιάνα).
Ακτές και νησιά. Οι ακτές της Νότιας Α. δεν εμφανίζουν μεγάλες χερσονήσους· οι σημαντικότερες σε έκταση και πιο χαρακτηριστικές είναι οι χερσόνησοι Γκουαχίρα και Παραγκουανά, που περικλείουν τον Κόλπο της Βενεζουέλας στην Καραϊβική θάλασσα, η χερσόνησος Βαλντές στον Ατλαντικό, η χερσόνησος Μπρούνσγουικ στον πορθμό του Μαγγελάνου και η χερσόνησος Ταϊτάο στον Ειρηνικό. Τα μεγαλύτερα νησιά της Νότιας Α. είναι στα νότια η Γη του Πυρός, το σύμπλεγμα των Φόκλαντ (αλλιώς, Μαλβίνες) στον Ατλαντικό και η χιλιανή νησιωτική ζώνη (Τσιλοέ, Καμπάνα, Γουέλινγκτον, Χάνοβερ, Κοντρέρας, Σάντα Ινές κλπ.) στον Ειρηνικό· τα πιο αξιόλογα βρίσκονται όμως στα Β και είναι τα: Τρινιντάντ, Τομπάγκο, Μαργαρίτα, Κουρασάο, Αρούμπα και Μπονέρ. Συμβατικά, κυρίως επειδή ανήκουν σε νοτιοαμερικανικά κράτη, θεωρούνται τμήματα της Νότιας Α. ορισμένα νησιά του Ειρηνικού, όπως τα Γκαλαπάγκος (Αρχιπέλαγος Κολόν), Χουάν Φερνάντες, Σαν Φελίξ και Σαν Αμπρόζιο και άλλα μικρότερα στον Ατλαντικό (ανάμεσα σε αυτά και τα Σαν Πέντρο, Σαν Πάουλο, Φερνάντο ντε Νορόνχα, Τριντάντε και Μάρτιμ Βαζ που υπάγονται διοικητικά στη Βραζιλία).
Γεωμορφολογία. Η διάρθρωση της Νότιας Α. είναι μάλλον απλή σε γενικές γραμμές. Από Δ προς Α εκτείνονται το ένα μετά το άλλο τρία εντυπωσιακά μορφολογικά στοιχεία, σε διάταξη που ακολουθεί σχεδόν νότια κατεύθυνση: η Κορδιλιέρα των Άνδεων, οι κεντρικές πεδιάδες και τα ανατολικά υψίπεδα. Η οροσειρά των Άνδεων είναι μια επιβλητική σειρά ορεινών αλυσίδων που εκτείνονται παράλληλα προς την ακτή του Ειρηνικού και πλαταίνουν στο νοτιότατο τμήμα της. Ο σχηματισμός της ολοκληρώθηκε κατά τον τριτογενή αιώνα και έχει την όψη όρους που σχηματίστηκε πρόσφατα. Γενικά, οι Άνδεις είναι απόκρημνα και απότομα βουνά, με πολύ λίγους προσιτούς αυχένες και σε μερικά σημεία αποτελούνται από ορεινές λωρίδες, σχεδόν παράλληλες, όπως στην Κολομβία, στον Ισημερινό και στο Περού, που τις χωρίζουν διαμήκεις κοιλάδες. Άλλοτε πάλι οι ορεινές αλυσίδες περικλείουν εκτεταμένα οροπέδια, όπως το υψίπεδο της Βολιβίας, απρόσιτα, άξενα και χωρίς απορροή προς τη θάλασσα. Δίπλα στις ορεινές αλυσίδες που σχηματίζουν την Κορδιλιέρα των Άνδεων, σε διάφορα τμήματα της ακτής του Ειρηνικού μια σειρά από παράκτια όρη όμοια με αυτά της Βόρειας Α., που φτάνουν σε σημαντικό ύψος στη Χιλή, ειδικά στο νότιο τμήμα της, όπου εμφανίζονται κατά ένα μέρος βυθισμένα και σχηματίζουν ένα μακρύ αρχιπέλαγος παράλληλα με τις χιλιανές ακτές στα Ν του 42ου παραλλήλου. Οι αρχαιότεροι ορεινοί όγκοι της Νότιας Α. είναι τα υψίπεδα της Γουιάνας και της Βραζιλίας, που τα χωρίζει ο Αμαζόνιος, και οι κοιλάδες του Ορινόκο και του Παραγουάη από την Κορδιλιέρα των Άνδεων, αντίστοιχα. Πρόκειται για δύο εκτεταμένες ορεινές περιοχές που αποτελούνται από ισχυρά παλαιοζωικά και μεσοζωικά πετρώματα, κυρίως αμμολιθικά, διατεταγμένα σε οριζόντιες επιστρώσεις πάνω σε μια κρυσταλλοσχιστώδη μάζα ποικίλης πτύχωσης. Η αργή και βαθμιαία φθορά που προκαλούν οι ατμοσφαιρικοί παράγοντες έχει προκαλέσει κατάτμηση σεαυτά τα οροπέδια. Έτσι, απέκτησαν όψη σχεδόν νεαρή και εμφανίζονται ως μία ασυνεχής σειρά ορεινών όγκων, με κοιλάδες συχνά στενές κι ανάμεσα σε απόκρημνες βουνοπλαγιές όπου ρέουν χειμαρρώδεις ποταμοί.
Ανάμεσα στην Κορδιλιέρα των Άνδεων στα Δ και τους αρχαϊκούς και παλαιοζωικούς ορεινούς όγκους στα Α βρίσκονται οι πλατιές κοιλάδες του Ορινόκο, του Αμαζονίου και του Παρανά-Παραγουάη, που χωρίζονται μεταξύ τους με αναβαθμίδες όχι πολύ ψηλές· από γεωλογική άποψη, αποτελούνται από θαλάσσια ιζήματα και μόνο κοντά στη θάλασσα από προσχωματικές αποθέσεις. Το πιο εκτεταμένο από αυτά τα βαθύπεδα είναι η τεράστια λεκάνη του Αμαζονίου, που καλύπτεται σχεδόν ολόκληρη από το οργιαστικό τροπικό δάσος και προσφέρει ελάχιστες δυνατότητες εγκατάστασης στον άνθρωπο.
Κλίμα. Το γεωγραφικό πλάτος έχει μεγάλη σημασία για τις κλιματολογικές συνθήκες της Νότιας Α.· τα δύο τρίτα της επιφάνειάς της βρίσκονται στη μεταξύ των δύο τροπικών ζώνη, ενώ το νότιο τμήμα της βρίσκεται στην εύκρατη ζώνη του νότιου ημισφαιρίου. Η διακεκαυμένη ζώνη εμφανίζει υψηλούς δείκτες βροχοπτώσεων, ειδικά στη λεκάνη του Αμαζονίου και στις καραϊβικές ακτές, ενώ στη λεκάνη του Ορινόκο και στις εσωτερικές περιοχές του οροπεδίου της Βραζιλίας η θερμοκρασία πέφτει και οι βροχοπτώσεις είναι αραιότερες. Μεγάλη σημασία έχει, στη ζώνη μεταξύ των τροπικών, το ύψος από τη θάλασσα: οι περιοχές των Άνδεων, αν και γειτονεύουν με τον Ισημερινό, έχουν ιδιαίτερα ήπιο κλίμα και προσφέρουν καλές δυνατότητες εγκατάστασης για τον άνθρωπο. Στις περιοχές Ν του τροπικού του Αιγόκερω το γεωγραφικό πλάτος είναι ο κυριότερος κλιματολογικός παράγοντας· όσο προχωρούμε Ν η θερμοκρασία πέφτει, και στη Γη του Πυρός, που ωστόσο βρίσκεται σε όχι τόσο μεγάλο γεωγραφικό πλάτος, το κλίμα εμφανίζει πλέον πολικά χαρακτηριστικά.
Υδρογραφία. Από τους ποταμούς της Νότιας Α., εξαιτίας της διάταξης των Άνδεων κατά μήκος της δυτικής πλευράς της ηπείρου, όσοι εκβάλλουν στον Ατλαντικό είναι περισσότερο ανεπτυγμένοι από αυτούς που εκβάλλουν στον Ειρηνικό. Ενώ οι δεύτεροι αποχετεύουν τα ύδατα μιας περιοχής έκτασης περίπου 1 εκατ. τ. χλμ., αυτοί που εκβάλλουν στον Ατλαντικό (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εκβάλλουν στην Καραϊβική) αποχετεύουν τα ύδατα μιας επιφάνειας άνω των 16 εκατ. τ. χλμ. Μεγαλύτερος από όλους είναι ο Αμαζόνιος που κατέχει την πρώτη θέση στον κόσμο, τόσο από την άποψη του όγκου των υδάτων όσο και από την άποψη της λεκάνης απορροής του. Ακολουθούν ο Παρανά, που συγκεντρώνει και τα ύδατα του Παραγουάη και χύνεται μαζί με τον Ουρουγουάη στον Ρίο ντε λα Πλάτα, ο Ορινόκο και ο Σαν Φρανσίσκο· όλοι αυτοί εκβάλλουν στον Ατλαντικό, όπως και ο Μαγκνταλένα, που αποχετεύει τα ύδατα της υψηλής κοιλάδας του Κάουκα. Σημαντικό γεωγραφικό ενδιαφέρον, ακόμα και επειδή αποτελεί μοναδική περίπτωση στον κόσμο, παρουσιάζει η φυσική σύνδεση της λεκάνης απορροής του Ορινόκο και του Αμαζονίου μέσω του ποταμού Καζικουιάρε, που πηγάζει από τον άνω ρου του Ορινόκο και εκβάλλει στον Ρίο Νέγκρο, αριστερό παραπόταμο του Αμαζονίου. Οι κυριότεροι ποταμοί έχουν άφθονα ύδατα και είναι πλωτοί σε μεγάλα τμήματά τους. Αξίζει να αναφέρουμε ότι ο Ορινόκο και ο Αμαζόνιος φτάνουν στο μέγιστο όριο της στάθμης τους δύο φορές, σε συνάρτηση με τη διέλευση του ήλιου από το ζενίθ της λεκάνης απορροής τους, ενώ ο Παρανά μόνο μία φορά, που διαπιστώνεται φυσιολογικά κατά τη θερινή περίοδο του νότιου ημισφαιρίου.Η νοτιοαμερικανική ήπειρος έχει λίγες λιμναίες λεκάνες· οι πιο μεγάλες είναι η Τιτικάκα (8.300 τ. χλμ.) και η Ποοπό, που βρίσκονται σε ύψος 3.812 μ. η πρώτη και 3.690 μ. η δεύτερη, στο υψίπεδο της Βολιβίας. Εκτεταμένα είναι τα διάφορα αλμυρά τέλματα, που στην Αργεντινή ονομάζονται σαλίνας (salinas)και στη Βολιβία σαλάρες (salares)· πρόκειται κυρίως για τα χαμηλότερα τμήματα εκτεταμένων ενδορροϊκών περιοχών.
Χλωρίδα.Η Νότια Α. εκτείνεται σε γεωγραφικό πλάτος άνω των 65°, χαρακτηρίζεται από κλιματολογικές και ορεογραφικές συνθήκες εξαιρετικά ποικίλες και προσφέρει στη βλάστηση συνθήκες περιβάλλοντος που διαφέρουν ουσιαστικά μεταξύ τους.
Ολόκληρη η ήπειρος υποδιαιρείται συνήθως σε τρία μέρη. Η πρώτη είναι μια εκτεταμένη τροπική και υποτροπική περιοχή, στην οποία βρίσκονται το κεντρικό και νότιο τμήμα της Δημοκρατίας του Ισημερινού, το ΒΑ Περού, η Κολομβία, η Βενεζουέλα, η Γουιάνα, σχεδόν ολόκληρη η Βραζιλία, η Βολιβία –εκτός από το ορεινό τμήμα της–, η Παραγουάη και το ΒΑ τμήμα της Αργεντινής. Η δεύτερη είναι η περιοχή των Άνδεων και της Πάμπα, που περικλείει την Κορδιλιέρα των Άνδεων μεταξύ 3° 45’ νότιου πλάτους, την Ουρουγουάη, την κεντρική και νότια Αργεντινή και την παράκτια λωρίδα προς την πλευρά του Ειρηνικού ωκεανού, από τον Κόλπο του Γκουαγιακίλ σε μήκος άνω των 5.000 χλμ. στα Ν. Τέλος, η τρίτη είναι μια ανταρκτική περιοχή μεγάλου μήκους αλλά λιγότερο εκτεταμένη από τις δύο προηγούμενες, που βρίσκεται μόνο στο νότιο τμήμα της ηπείρου, από τον 45ο παράλληλο έως το ακρότατο σημείο της Γης του Πυρός.
Η πρώτη περιοχή υποδιαιρείται κατά κανόνα σε δέκα διαμερίσματα, λιγότερο ή περισσότερο εκτεταμένα, από τα οποία ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι: (α) Το τεράστιο δασώδες τμήμα, το αποκαλούμενο εϊλαέα (heylaea), που καλύπτει ολόκληρη τη λεκάνη του Αμαζονίου και μέρος της λεκάνης του Ορινόκο· οι μεγάλες βροχοπτώσεις, που χαρακτηρίζουν αυτό το διαμέρισμα, ευνοούν την ανάπτυξη εκπληκτικά πλούσιας και ποικίλης βλάστησης· υπάρχουν κομμιοπαραγωγά δέντρα (γένος εβέα), ξυλώδη φυτά της οικογένειας των ευφορβιιδών, μεγάλης βιομηχανικής αξίας, η καστιλόα η ελαστική, που δίνει κι αυτή ελαστικό κόμμι, το κακαόδεντρο, από τους σπόρους του οποίου παρασκευάζεται η ομώνυμη βρώσιμη σκόνη και η βραζιλιάνικη καρυδιά, που προμηθεύει ελαιώδεις σπόρους. (β) Τα δάση της κεντρικής και δυτικής Κολομβίας, που εκτείνονται έως 1.200 μ. και άνω, στα οποία υπάρχει μεγάλη ποικιλία φυτών, μεταξύ αυτών και μερικά είδη φοινικόδεντρων. (γ) Η καατίγκα, στα Ν της μέσης και κάτω λεκάνης του Αμαζονίου, διάσπαρτη από αλσύλλια με ξηρόφιλα δενδρύλλια, ικανά δηλαδή να αντέχουν στην ξηρασία. (δ) Τα κάμπος, εκτεταμένη ζώνη στα Ν της προηγούμενης, με στέπες· εκεί, το κλίμα είναι λιγότερο ξηρό με σαβάνες. (ε) Το Γκραν Τσάκο, μεγάλη πεδινή περιοχή μεταξύ του ποταμού Παραγουάη και των ανατολικών πλαγιών των Άνδεων, με συστάδες φοινικόδεντρων και ξηρόφιλους θάμνους, διάσπαρτους μέσα στην απέραντη πεδιάδα.
Η περιοχή των Άνδεων και της Πάμπα χαρακτηρίζεται από τις στέπες των πάμπας (pampas), πλούσιες σε αγρωστώδη, τις οποίες ακολουθούν προς τις Άνδεις δασώδεις περιοχές με χαμηλά αγκαθωτά φυτά και μεγάλα δέντρα της οικογένειαςτων μιμοσιδών, άλλες εκτεταμένες στέπες (πούνα)στα υψίπεδα των Άνδεων, μια μακρά ερημική ή σχεδόν ερημική λωρίδα προς το μέρος του Ειρηνικού, και μεταξύ των οροσειρών της Κορδιλιέρας των Άνδεων, ζώνες με βλάστηση λιγότερο ή περισσότερο ξηρόφιλη και ορεινά λιβάδια, συχνά ισχνά εξαιτίας της τραχύτητας του κλίματος.
Η νότια περιοχή καλύπτεται από εκτεταμένα δάση, πλούσια σε κωνοφόρα, αλλά και με δάφνες, μανόλιες και βελανιδιές στις χιλιανές πλαγιές των Άνδεων περίπου έως τον 50ό παράλληλο, από πετρώδεις στέπες στην Παταγονία και από δάση οξιάς στη Γη του Πυρός.
Από τα αγροτικά προϊόντα, πρέπει να αναφέρουμε τον καφέ (προπάντων στη Βραζιλία και στην Κολομβία), το κακάο (ειδικά στον Ισημερινό, στη Βραζιλία και στη Βενεζουέλα), τον καπνό (στη Βραζιλία και στη Βολιβία), τα διάφορα δημητριακά (ιδιαίτερα στην Αργεντινή), το βαμβάκι και τη ζάχαρη (κυρίως στη Βραζιλία και στην Αργεντινή), τα εσπεριδοειδή (Βραζιλία), το κρασί (Αργεντινή), τις μπανάνες, τον ανανά και το ελαστικό.
Πανίδα. Λίγα μέρη της υδρογείου έχουν πανίδα τόσο πλούσια και τυπική όσο η Νότια Α. Σήμερα, παρά τα επακόλουθα της αποικιοποίησης και του αλόγιστου κυνηγιού, ζουν εκεί και αντιπροσωπεύονται πολλά είδη ζώων, μερικά από τα οποία δεν υπάρχουν σε άλλες ηπείρους. Οι πίθηκοι της ηπείρου αντιπροσωπεύονται μόνο από τους πλατυρρίνους, που υποδιαιρούνται σε δύο οικογένειες: τους κηβίδες (καπουκίνοι) και τους καλλιτριχίδες (ουιστίτι). Πολύ διαδεδομένοι είναι και οι βάμπιροι, μερικά είδη της τάξης των χειροπτέρων, από τα οποία άλλα είναι αιματοφάγα του γένους δεσμόδους και άλλα εντομοφάγα και οπωροφάγα του γένους φυλλόστομον. Στην Κορδιλιέρα των Άνδεων ζουν η λάμα και το αλπακά, από καιρό εξημερωμένα, καθώς και τα συγγενικά τους άγρια είδη χουανά και βικούνια. Χαρακτηριστικά για τις συνήθειες και την όψη τους είναι ορισμένα είδη της οικογένειας των βραδυποδιδών (νωδά), που είναι αποκλειστικά δενδρόβια. Στην ίδια τάξη ανήκουν και έξι είδη μυρμηγκοφάγων και οι δασύποδες (αρμαδίλοι), μερικοί από τους οποίους ζουν και στην Κεντρική Α. Από τη Βολιβία έως την Αργεντινή ζει ο υδρόχοιρος (καπιμπάρ), το μεγαλύτερο γνωστό τρωκτικό. Πολύ μικρά τρωκτικά που ζουν στη Νότια Α., περιζήτητα για τη γούνα τους, είναι και διάφορα είδη τσιντσιλά, καθώς και ο μυοπόταμος (κοϊπού), που ζει σε εκτεταμένες περιοχές της ηπείρου. Τα μαρσιποφόρα αντιπροσωπεύονται από διάφορα είδη της οικογένειας των διδελφυϊδών, διαδεδομένα με ποικίλο τρόπο από την Κολομβία έως την Αργεντινή, και ορισμένα υποείδη οπόσουμ (δίδελφυς ο βιργινιανός). Τυπικά πουλιά των περιοχών αυτών είναι το ναντού –εσφαλμένα το αποκαλούν και αμερικανική στρουθοκάμηλο– και η ρέα η αμερικανική, που ζουν μεταξύ ανατολικής Βραζιλίας, Περού και Παταγονίας, ο κόνδορας, που ζει στις Άνδεις, από τον Ισημερινό έως τον πορθμό του Μαγγελάνου, και η άρπυϊα, μεγάλο πουλί της τάξης των ιερακομόρφων που ζει από τα δάση της Βραζιλίας έως το Μεξικό, πολυάριθμα είδη παπαγάλων (ανάμεσα σε αυτά και οι ωραιότατες άρες), οι παράξενοι τουκάνοι (ραμφαστίδες) με το τεράστιο ράμφος και πλήθος κολίβρια που ζουν στα τροπικά δάση και, τέλος, η μπαρπαρέζικη πάπια (καϊρίνα η μοσχάτη)που ζει σε ολόκληρη τη Νότια Α. Από τα ερπετά υπάρχουν καϊμάν, βόες συσφιγκτήρες και μερικά δηλητηριώδη φίδια των υποοικογενειών των κροταλινών και των ελαπινών (φίδια κοράλλια)· αντί για σαύρες, που λείπουν τελείως από ολόκληρη την ήπειρο, υπάρχουν μερικά ιγουάνα, που ζουν ιδιαίτερα στις τροπικές περιοχές. Από τα άνουρα αμφίβια αξίζει να αναφέρουμε το γένος πίπα, πολύ διαδεδομένο στη λεκάνη του Αμαζονίου, γνωστό από την ιδιόμορφη ανάπτυξη των προνυμφών, που γίνεται σε κοιλότητες του δέρματος στη ράχη του θηλυκού.
Από τα έντομα που ζουν στη Νότια Α. μερικά έχουν πολύ μεγάλες διαστάσεις, όπως το αρσενικό του γένους δυνάστης με συνολικό μήκος 15 εκ., και η πεταλούδα θυσανία η aγριππίνα με άνοιγμα πτερύγων 27 εκ.· περίφημες και περιζήτητες για τα χρώματά τους είναι και μερικές βραζιλιάνικες πεταλούδες του γένους μορφώ.
Ανθρωπογεωγραφία. Η Νότια Α. είναι αραιοκατοικημένη με πυκνότητα πληθυσμού χαμηλότερη από 17 κάτ. ανά τ. χλμ. Η κατανομή του πληθυσμού είναι πολύ ακανόνιστη, γεγονός που οφείλεται και εδώ, όπως στη Βόρεια Α., τόσο σε κλιματολογικούς όσο και σε ιστορικούς παράγοντες. Μεγάλο μέρος της εκτεταμένης Αμαζονίας, που καλύπτεται από το τροπικό δάσος των υψιπέδων του Μάτο Γκρόσο, της περιοχής των Άνδεων στα νότια των 20° νότιου πλάτους και της άξενης Παταγονίας, εμφανίζουν πυκνότητα κάτω από 1 κάτ. ανά τ. χλμ. Ο πληθυσμός γίνεται πυκνότερος στις παράκτιες λωρίδες, όταν το επιτρέπει το κλίμα, ειδικά στην περιοχή του Καράκας, στη ΒΑ Βραζιλία και ιδιαίτερα μάλιστα στις ζώνες του Ρίο, του Σάο Πάολο και του Ρίο ντε λα Πλάτα.
Σε αντίθεση με τη Βόρεια Α., στη Νότια οι αυτόχθονες, που ήταν πολυάριθμοι την εποχή της ανακάλυψης της ηπείρου, διατήρησαν τη δημογραφική βαρύτητά τους, που είναι καταφανής σε μεγάλο μέρος νοτιοαμερικανικών χωρών, ενώ συνέβαλαν επιπλέον στον σχηματισμό μεγάλου αριθμού μιγάδων, οι οποίοι σε μερικά κράτη, όπως η Χιλή και η Κολομβία, αποτελούν την πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. Οι αυτό
χθονες υπερτερούν αριθμητικά, καθαρόαιμοι ή μιγάδες, σχεδόν σε όλα τα κράτη της περιοχής των Άνδεων, δηλαδή στην Κολομβία, τον Ισημερινό, το Περού, τη Βολιβία και τη Χιλή, όπου οι ιθαγενείς κατά την προκολομβιανή περίοδο είχαν φτάσει σε προηγμένο πολιτισμικό επίπεδο. Στις Γουιάνες, στο Τρινιντάντ και Τομπάγκο, αλλά και στη Βραζιλία υπάρχουν πολυάριθμοι μιγάδες και κρεολοί, αλλά και Αφροαμερικανοί, απόγονοι των σκλάβων που μεταφέρθηκαν στην Α. τον 16o αι. για την καλλιέργεια των φυτειών. Στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, την Παραγουάη και τη Βενεζουέλα, το λευκό στοιχείο υπερτερεί σαφώς, λόγω της εντατικής μετανάστευσης από την Ευρώπη που άρχισε τον 19ο αι. Κατά την άφιξη των Ισπανών, ο ιθαγενής πληθυσμός, οι Αμερινδοί, έφτανε τα 7-8 εκατομμύρια· σήμερα είναι 30 εκατομμύρια κάτοικοι, συγκεντρωμένοι στη συντριπτική πλειοψηφία τους στην οροσειρά των Άνδεων. Κατά τους αιώνες της κυριαρχίας των Ισπανών και των Πορτογάλων, οι γλώσσες και η θρησκεία τους διαδόθηκαν σε ολόκληρη την ήπειρο· σήμερα, η Νότια Α. είναι ουσιαστικά Λατινική Α. Ως αποικία, γέμισε σιγά-σιγά Ευρωπαίους, οι οποίοι για πολύ καιρό ήταν εγκατεστημένοι μόνο στις ακτές του Ατλαντικού και αργότερα μετανάστευσαν προς το εσωτερικό, επιδιώκοντας την ανάπτυξη φυτειών εξαγωγικών προϊόντων, όπως ο καφές.
Η δουλειά στα ορυχεία και στα αγροκτήματα απαιτούσε άφθονη εργατική δύναμη, την οποία δεν μπορούσαν να παράσχουν οι αυτόχθονες. Τα εργατικά αυτά χέρια εξασφάλισε η αθρόα εισαγωγή Αφρικανών σκλάβων, που ήλθαν από τη Γουινέα, την Αγκόλα και τη Μοζαμβίκη· ο σημερινός Βραζιλιάνος μαύρος είναι λοιπόν απόγονος Σουδανών και Μπαντού, των οποίων διατήρησε τις θρησκευτικές τελετουργίες, καθώς και την αγάπη για τον χορό και τον ρυθμό. Αντίθετα με την αγγλοσαξονική Α., η Λατινική Α. δεν εμπνεόταν από τον φετιχισμό της καθαρότητας της φυλής και έτσι η επιμειξία μεταξύ των φυλών πήρε μεγάλη έκταση και δημιούργησε κάθε είδους συνδυασμούς. Τη φυλετική ανάμειξη ολοκλήρωσε η μετανάστευση πολλών Κινέζων στην ακτή του Ειρηνικού και Ιαπώνων στη Βραζιλία.
Πάντως, αν και δεν υπάρχουν φυλετικοί φραγμοί, ικανοί να προκαλέσουν φυλετική ένταση στη Νότια Α., η διάρθρωση της κοινωνίας εξακολουθεί να διατηρεί μια φυλετική βάση: οι λευκοί, καλλιεργημένοι και μορφωμένοι, έχουν στα χέρια τους τον πλούτο και τη δύναμη· οι έγχρωμοι αποτελούν τον κύριο όγκο των εργαζομένων των πόλεων και της υπαίθρου, αναλφάβητοι και πολύτεκνοι· στις απομακρυσμένες κοιλάδες των Άνδεων, φυλετικές ομάδες Ινδιάνων εξακολουθούν να ζουν χωρίς επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο.
Στο μεγαλύτερο μέρος των χωρών της Νότιας Α. ο καθολικισμός είναι το επίσημο δόγμα του κράτους· υπάρχουν μειονότητες διαμαρτυρομένων και άλλων δογμάτων, ενώ μεταξύ των ιθαγενών, ειδικά των Περουβιανών Ίντιος και των πρωτόγονων φυλών, εξακολουθεί να είναι διαδεδομένος ο ανιμισμός στις διάφορες μορφές του.
Η πλέον ομιλούμενη γλώσσα είναι η ισπανική που τη χρησιμοποιούν σε όλα τα κράτη, με εξαίρεση τη Βραζιλία, όπου μιλούν πορτογαλικά, και τις τρεις Γουιάνα, όπου επίσημες γλώσσες είναι η αγγλική, η ολλανδική και η γαλλική· οι αυτόχθονες μιλούν συνήθως τις δικές τους διαλέκτους.
Οικονομία. Η μεγάλη έκταση των οικονομικά αξιοποιήσιμων ζωνών και ο σχετικά περιορισμένος πληθυσμός ευνόησαν από τον πρώτο καιρό του ευρωπαϊκού αποικισμού την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, ιδίως στις περιοχές των λειμώνων (Τσάκο και Πάμπα) και της στέπας (Παταγονία). Η επέκταση της γεωργίας σε εκτεταμένες περιοχές, σε μια εποχή πολύ νεότερη, είναι το αναγκαίο επακόλουθο του μεγάλου μεταναστευτικού ρεύματος (Ισπανοί, Ιταλοί και Πορτογάλοι) που κατά τον 19ο και στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. προκάλεσε μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της Νότιας Α. Σήμερα, η αροτραία καλλιέργεια και η δενδροκαλλιέργεια καλύπτουν λίγο περισσότερο από το 4% της συνολικής επιφάνειάς της, οι περιοχές των λειμώνων και τα βοσκοτόπια, περιοχές που προορίζονται κατά κύριο λόγο για την κτηνοτροφία, είναι περίπου το 16,4%, οι ζώνες των δασών πάνω από το μισό (51,3%), ενώ τα καλλιεργήσιμα εδάφη που δεν χρησιμοποιούνται και τα ακατάλληλα για τη γεωργία και την κτηνοτροφία εδάφη εκτείνονται στο 28% της συνολικής επιφάνειας. Από τα αγροτικά προϊόντα μεγαλύτερη διάδοση έχουν όσα προσφέρονται για καλλιέργεια σε φυτείες και ιδιαίτερα ο καφές και το κακάο, στην παραγωγή των οποίων η Νότια Α. παράγει το 44% και το 16%, αντίστοιχα· από άποψη σημασίας ακολουθούν το ζαχαροκάλαμο, ο καπνός, το βαμβάκι και οι μπανάνες. Διαδεδομένη είναι και η καλλιέργεια σιτηρών, ενώ η αμπελοκαλλιέργεια περιορίζεται σε ορισμένες περιοχές της Αργεντινής, της Χιλής, της Ουρουγουάης και της νότιας Βραζιλίας.
Το υπέδαφος της Νότιας Α. είναι πλούσιο σε ποικίλα ορυκτά, που εξορύσσονται σε σημαντικές ποσότητες, ώστε να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη συνολική παγκόσμια παραγωγή, όπως το αντιμόνιο (17% της παγκόσμιας παραγωγής), ο βωξίτης (13%), το βανάδιο (25%), ο κασσίτερος (28%), ο χαλκός (20%) και το πετρέλαιο (6%).
Η βιομηχανία άρχισε να αναπτύσσεται σχετικά πρόσφατα και μόνο σε ορισμένους τομείς, κυρίως τον μεταλλουργικό, τον χημικό (διύλιση πετρελαίου) και την επεξεργασία των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Γενικά, η οικονομία της Νότιας Α. περνά μεταβατική φάση, από μια μορφή αποικιακού τύπου σε μια πιο εξελιγμένη, η οποία μπορεί να ονομαστεί βιομηχανική. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι έδωσαν μεγάλη ώθηση προς την κατεύθυνση της μεταμόρφωσης της νοτιοαμερικανικής οικονομίας, με τη δυσκολία τοποθέτησης στην ευρωπαϊκή αγορά των αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων και με την ανάγκη κατασκευής των προϊόντων που κανονικά θα προμηθευόταν από την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ.
Περιοχή σχετικά πρόσφατου αποικισμού και με άνιση κατανομή του πληθυσμού, η Νότια Α. εμφανίζει έντονη έλλειψη ισορροπίας στην ανάπτυξη των συγκοινωνιών από περιοχή σε περιοχή. Δίπλα σε χώρες όπου οι σιδηρόδρομοι περιορίζονται σε λίγες γραμμές διείσδυσης από την ακτή προς το εσωτερικό ή είναι τελείως ανύπαρκτοι (Γαλλική Γουιάνα) υπάρχουν κράτη με πυκνότατο σιδηροδρομικό δίκτυο, όπως η Αργεντινή (περιοχή του Ρίο ντε λα Πλάτα). Μερικές σιδηροδρομικές γραμμές, όπως οι περουβιανές, είναι από τις ψηλότερες και τολμηρότερες του κόσμου. Η μεγαλύτερη διηπειρωτική γραμμή είναι αυτή που συνδέει το Μπουένος Άιρες στον Ατλαντικό με το Βαλπαρέσο στον Ειρηνικό, η οποία περνά πάνω από την Κορδιλιέρα των Άνδεων στο Πάσο ντε λα Κούμπρε (3.842 μ.). Την ίδια έλλειψη ισορροπίας παρουσιάζει και το οδικό δίκτυο: ανεπτυγμένο σε μερικές χώρες και πενιχρότατο σε άλλες. Στα βαθύπεδα, οι συγκοινωνίες στηρίζονται κατά κύριο λόγο στους πλωτούς ποταμούς, όπως είναι ο Παραγουάης-Παρανά, πλωτός έως το Ροσάριο ή το Σάντα Φε ανάλογα με το εκτόπισμα των σκαφών, ο Αμαζόνιος έως το Μανάου ή το Ικουίτος, και ο Ορινόκο μέχρι το Σιουδάδ Μπολιβάρ ή το Ατούρες.
Τέλος, όλο και περισσότερο αναπτύσσονται οι αεροπορικές συγκοινωνίες, που σήμερα συνδέουν τις κυριότερες πόλεις της Νότιας Α. Ωστόσο, παρά την πρόσφατη πρόοδο, πολλές και μάλιστα εκτεταμένες περιοχές του εσωτερικού δεν έχουν ουσιαστικά κανονικές συγκοινωνίες και είναι προσιτές μόνο με πρωτόγονα μέσα.
Εξερευνήσεις
Πιθανότατα οι Βίκινγκς, προερχόμενοι από τη γειτονική Γροιλανδία, έφτασαν πρώτοι στην Α. Επειδή όμως η πληροφορία αυτή δεν είχε διαδοθεί και συνεπώς δεν είχε γίνει τμήμα των γεωγραφικών γνώσεων του πολιτισμένου κόσμου, εξακολουθεί να θεωρείται αποδεκτό ότι την Α. ανακάλυψε ο Χριστόφορος Κολόμβος, ο οποίος στις 12 Οκτωβρίου 1492 αποβιβάστηκε στο νησί Ουότλινγκ (Σαν Σαλβαδόρ), στις Μπαχάμες. Τα διαδοχικά ταξίδια του Κολόμβου επέτρεψαν να γίνει γνωστό μεγάλο τμήμα του νησιωτικού κόσμου της Κεντρικής Α. και τα σύγχρονα ή αμέσως μεταγενέστερα ταξίδια του Τζοβάνι Καμπότο και του Αμέρικο Βεσπούτσι έκαναν γνωστές τις παράκτιες λωρίδες της Βόρειας και της Νότιας Α. προς την πλευρά του Ατλαντικού, αντίστοιχα. Τα ίχνη των θαλασσοπόρων αυτών ακολούθησαν οι Ισπανοί· στον Νούνιεθ ντε Μπαλμπόα οφείλεται η ανακάλυψη του ισθμού του Παναμά (1513), πέρα από τον οποίο αποκαλύφθηκε ένας άλλος μεγάλος ωκεανός, που τον ονόμασε τότε Θάλασσα του Νότου (Mar del Sud). Από τη στιγμή εκείνη, τα εξερευνητικά ταξίδια προσανατολίστηκαν προς το εσωτερικό της ηπείρου, με σκοπό την αναζήτηση των θησαυρών που είχαν συγκεντρώσει οι Αζτέκοι, οι Μάγια και οι Ίνκας· αυτός ήταν και ο σκοπός των Ισπανών κονκισταδόρες, όπως και η ανακάλυψη στα Β ή στα Ν ενός υδάτινου δρόμου που θα επέτρεπε να υπερνικηθεί το φράγμα του Νέου Κόσμου στην πορεία προς τις Ινδίες. Μετά τις άκαρπες προσπάθειες του Καμπότο, ο Μαγγελάνος κατάφερε τελικά το 1520 να βρει το πέρασμα αυτό προς τα ΝΔ, το οποίο όμως αποδείχθηκε ελάχιστα χρήσιμο. Η αναζήτηση περάσματος προς τα ΒΔ υπήρξε πολύ πιο μακρόχρονη και κράτησε αιώνες. Διάφοροι θαλασσοπόροι και εξερευνητές αποδύθηκαν σε αυτή την προσπάθεια και ανάμεσά τους ο Καμπότο, ο Βερατσάνο, ο Καρτιέ, ο Φρόμπισερ, ο Γκίλμπερτ, ο Ντέιβις, ο Χάντσον, ο Μπατν, ο Μπάιλοτ και ο Μπάφιν, ξεκινώντας από τον Ατλαντικό· ο Κουκ, ο ντε λα Περούζ, ο Μαλασπίνα και ο Βανκούβερ από τον Ειρηνικό, αλλά όλοι τους χωρίς επιτυχία. Όμως, όλα αυτά και άλλα εξερευνητικά ταξίδια επέτρεψαν να γίνει αναγνώριση των ΒΔ και ΒΑ ακτών της Βόρειας Α. Στο μεταξύ, προχωρούσε και η εξερεύνηση του εσωτερικού της Βόρειας Α., που υπήρξε έργο των Γάλλων, όπως ο Καρτιέ (ποταμός Σεν Λόρενς), ο Σαμπλέν (λίμνες Χιούρον και Οντάριο), ο Ζολιέ (λίμνη Ίρι και άνω ρους του Μισισιπή), ο Ντε Λα Σαλ (καταρράκτες του Νιαγάρα και του Μισισιπή), αλλά και των Άγγλων, όπως ο Χιρν (Μεγάλη Λίμνη των Σκλάβων), Μακένζι (ποταμοί Μακένζι και Πις), ο Φρέζερ (ποταμός Φρέζερ), ο Τόμσον (ποταμός Κολούμπια) και ο Φράνκλιν (βόρειος Καναδάς). Τον 19ο αι., οι έρευνες για το πέρασμα προς τα ΒΔ έγιναν εντατικότερες (Πάρι, Τζέιμς και Τζον Ρος, Φράνκλιν, Μακ Κλίντοκ, Μακ Κλουρ, Σβέρντρουπ και Αμούνδσεν) και οδήγησαν σε καλύτερη γνωριμία του Αρκτικού Καναδικού αρχιπελάγους. Ταυτόχρονα γινόταν η εξερεύνηση της Γροιλανδίας (Νόρντενσκιελντ, Πίρι, Νάνσεν και Ρασμούσεν), του κεντρικού και δυτικού τμήματος των ΗΠΑ (Λούις, Κλαρκ, Πικ, Σμιθ και Φρέμοντ), του Μεξικού και των εσωτερικών περιοχών της Νότιας Α.
Ιστορία
Όταν ο Χριστόφορος Κολόμβος έφτασε στον Νέο Κόσμο, κατοικούσαν ήδη εκεί πλήθος φυλές Ινδιάνων, μερικές από τις οποίες αποτελούσαν ήταν πολυπληθείς. Κατά την προκολομβιανή εποχή είχαν φτάσει στο απόγειο της ακμής τους τρεις πολιτισμοί: των Μάγια και των Αζτέκων στην Κεντρική Α. και στο Μεξικό και των Ίνκας στο Περού. Την εποχή του εγχειρήματος του Κολόμβου, ο πολιτισμός των Μάγια βρισκόταν ήδη σε παρακμή. Τους πολιτισμούς των Αζτέκων και των Ίνκας τους εκμηδένισαν ταχύτατα οι Ισπανοί.
Οι κονκισταδόρες είχαν διπλό στόχο: να λεηλατήσουν τον πλούτο των χωρών αυτών και να αντικαταστήσουν τις εγχώριες θρησκείες με τη χριστιανική. Ο ιβηρικός αποικισμός της Κεντρικής και της Νότιας Α. και του Μεξικού πραγματοποιήθηκε γρήγορα, χάρη στην τόλμη μερικών εξερευνητών και κοντοτιέρων· ο Μπαλμπόα προχώρησε έως τις ακτές του Ειρηνικού, ο Κορτές διείσδυσε στο Μεξικό, ο Πέντρο ντε Αλβαράδο στη Γουατεμάλα, ο Άλβαρες ντε Καμπράλ στη Βραζιλία, ο Πιθάρο στο Περού, ο Ντε Βαλντίβια στη Χιλή, ο Ντε Μεντόθα στην περιοχή του Λα Πλάτα κλπ. Οι Ισπανοί χώρισαν τις μεγάλες κτήσεις τους σε τέσσερα βασίλεια, με επικεφαλής αντιβασιλέα: Νέα Ισπανία, Νέα Καστίλη (που σύντομα πήρε το όνομα Περού), Νέα Γρανάδα και Ρίο ντε λα Πλάτα. Οι Πορτογάλοι, αντίθετα, συνένωσαν τις κτήσεις τους υπό έναν και μόνο γενικό διοικητή.
Στη Λατινική Α. η περίοδος του αποικισμού (που παρατάθηκε έως τις αρχές του 19ου αι., όταν όλες αυτές οι χώρες επαναστάτησαν και ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητες) μπορεί να θεωρηθεί περίοδος εκμετάλλευσης από μέρους των ιβηρικών εθνών. Η διοίκηση που είχαν επιβάλει, στηριζόταν στις ακόλουθες αρχές: δεσποτική διακυβέρνηση από μέρους των αντιπροσώπων του ατέμματος, εκμετάλλευση της εργασίας των Ινδιάνων, εθελοντικής ή καταναγκαστικής, και προσηλυτισμός τους στον καθολικισμό (σε μερικές περιπτώσεις, ωστόσο, οι ιεραπόστολοι και οι άλλοι κληρικοί άσκησαν την επιρροή τους στις κυβερνητικές αρχές, για να βελτιώσουν την άθλια κατάσταση των πληθυσμών). Η γη ανήκε στους Ίβηρες, ενώ μερικοί πόροι, ιδιαίτερα τα πολύτιμα μέταλλα, ήταν μονοπώλιο του στέμματος.
Αντίθετα, ο αποικισμός της Βόρειας Α. ήταν έργο των Άγγλων και των Γάλλων. Η διείσδυση στις περιοχές του εσωτερικού πραγματοποιήθηκε μόλις τον 17o αι.: το 1607 δημιουργήθηκε στη Βιρτζίνια η πρώτη αγγλική αποικία και το 1620 μια ομάδα Πουριτανών, που έφτασαν με το περίφημο Μεϊφλάουερ (Mayflower), εγκαταστάθηκαν στο Πλίμουθ. Οι αγγλικές αποικίες προόδευσαν γρήγορα, αλλά και οι γαλλικές γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη (το Κεμπέκ ιδρύθηκε το 1608 και το Μόντρεαλ το 1642). Στον Καναδά, όμως, οι αντιθέσεις ανάμεσα στους αποίκους των δύο εθνών γρήγορα οξύνθηκαν και έπειτα από έναν πόλεμο που τέλειωσε με ήττα των Γάλλων, ο Καναδάς πέρασε στην αγγλική κυριαρχία (1763).
Αν και η κυβέρνηση του Λονδίνου είχε αφήσει μια σχετική αυτονομία στις πέραν του Ατλαντικού κτήσεις της, θέλησε ωστόσο να κρατήσει για τον εαυτό της το εμπόριο και εξακολουθούσε να απαιτεί φόρους, ενώ αρνιόταν από την άλλη πλευρά στους αποίκους το δικαίωμα ουσιαστικής αυτοκυβέρνησης. Αυτό έγινε αιτία μεγάλης δυσαρέσκειας, που οδήγησε στον πόλεμο της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών (1776-83), ο οποίος κατέληξε στη δημιουργία ενός νέου, κυρίαρχου και δημοκρατικού κράτους. Ο Καναδάς, που είχε μείνει πιστός στη μητρόπολη, εξασφάλισε διάφορες παραχωρήσεις.
Από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το πνεύμα της ανεξαρτησίας εξαπλώθηκε πολύ γρήγορα στη Λατινική Α. Στις αρχές του 19ου αι., μετά την κατάκτηση της Ιβηρικής χερσονήσου από τον Ναπολέοντα, στις ισπανικές και πορτογαλικές κτήσεις δημιουργήθηκε ένα ευρύτατο επαναστατικό κίνημα, που μέσα σε λίγα χρόνια ανέτρεψε τα αποικιακά καθεστώτα. Από τους μεγαλύτερους ηγέτες του απελευθερωτικού κινήματος ήταν ο Σιμόν Μπολιβάρ και ο Χοσέ Σαν Μαρτίν. Γεννήθηκαν έτσι πολυάριθμες ανεξάρτητες δημοκρατίες, ενώ στη Βραζιλία εγκαθιδρύθηκε μια αυτοκρατορία, που δεν διατηρήθηκε όμως, και η Βραζιλία έγινε δημοκρατία. Η ιστορία των λατινοαμερικανικών χωρών διαφέρει ουσιαστικά από την ιστορία των δύο μεγάλων γειτόνων του Βορρά, ΗΠΑ και Καναδά. Στη Λατινική Α. βασίλευσαν για μεγάλο διάστημα και κυριαρχούν ακόμα, η φτώχεια και η πολιτική αστάθεια, μέσα σε αλλεπάλληλες σκληρές επαναστάσεις και αμείλικτους εμφύλιους πολέμους. Συχνά, οι διάφορες δημοκρατίες πολέμησαν μεταξύ τους για εδαφικά ζητήματα και εξαιτίας άλλων αντιθέσεων. Επειδή τους έλειπε εντελώς η πολιτική εμπειρία, οι λατινοαμερικανικές χώρες έγιναν εύκολη λεία των διαφόρων καουντίλιος (δικτάτορες). Κατά κανόνα, κυριάρχησαν οι τάξεις των εισοδηματιών και των νεόπλουτων, οι οποίοι για να μη χάσουν τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά προνόμια που απολάμβαναν, προτίμησαν να κρατήσουν τις χώρες τους στην οπισθοδρόμηση, στην αθλιότητα και στην απόλυτη αμάθεια.
Οι ΗΠΑ και ο Καναδάς, αντίθετα, προόδευσαν γρήγορα· ιδιαίτερα η κυβέρνηση της Ουάσινγκτον ανέλαβε πολύ σύντομα την ηγεσία ολόκληρου του ημισφαιρίου. Ο πρόεδρος Μονρόε προσδιόρισε με σαφήνεια το 1823 την πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, συνοψίζοντάς την στο σύνθημα: «η Α. στους Αμερικανούς»· η χώρα του δηλαδή δεν θα επέτρεπε σε καμία ευρωπαϊκή δύναμη να ιδρύσει νέες αποικίες στην αμερικανική ήπειρο, να επεκτείνει αυτές που ήδη υπήρχαν ή να ανακτήσει εκείνες που είχε χάσει. Η επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στο ημισφαίριο μεγάλωνε όλο και περισσότερο, ώσπου μετατράπηκε σε πραγματική ηγεμονία. Στις αρχές του 1900, ο πρόεδρος Θεόδωρος Ρούσβελτ διακήρυξε ανοιχτά το δικαίωμα των Ηνωμένων Πολιτειών να επεμβαίνουν στις πολιτικά ασταθείς λατινοαμερικανικές χώρες. Προς το τέλος του 19ου αι., διάφορα κράτη γνώρισαν μια σχετική οικονομική ευημερία, χάρη στην τεράστια μετανάστευση από την Ευρώπη, και κατά συνέπεια μια μεγαλύτερη ωριμότητα και σταθερότητα. Διαμορφώθηκαν έτσι φιλελεύθερα ρεύματα, που επιδίωξαν να περιορίσουν την υπεροχή των συντηρητικών κύκλων και έγιναν επιπλέον σημαντικά δημόσια έργα.
Στον 20ό αι., ο παραδοσιακός απομονωτισμός των ΗΠΑ (που εφαρμοζόταν κυρίως ως προς την Ευρώπη και τις «εσωτερικές της έριδες») δέχτηκε ένα πρώτο πλήγμα με την επέμβαση στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (1917), αλλά μόνο υπό την προεδρία του Φραγκλίνου Ντελάνο Ρούσβελτ και με την καταστροφή του Περλ Χάρμπορ (1941), η Α. μπήκε ολοκληρωτικά στον στίβο της παγκόσμιας διένεξης. Το παράδειγμα των ΗΠΑ παρέσυρε στη σύρραξη όλα τα κράτη της ηπείρου· το γεγονός αυτό είχε θεμελιώδη σημασία και τα επακόλουθά του ανυπολόγιστη αξία. Ενώ όμως οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφάλισαν από τον πόλεμο τεράστια οικονομική ανάπτυξη και έγιναν, από πολιτική και στρατιωτική άποψη, η πρώτη δύναμη στον κόσμο, οι γενικές συνθήκες δεν άλλαξαν στην Κεντρική και Νότια Α., όπου πολλές χώρες αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν οικονομικές δυσχέρειες, που προκάλεσαν επικίνδυνους πολιτικούς και κοινωνικούς κλονισμούς, όπως η επανάσταση της Μπογκοτά το 1948, η αυτοκτονία του Χετούλιο Βάργκας το 1949, η εξέγερση της Γουατεμάλας το 1954, ηανατροπή του Χιμένεθ στη Βενεζουέλα το 1958, η επανάσταση του Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα το 1959, η εμφάνιση εστιών ανταρτοπόλεμου στη Βολιβία, την Κολομβία, την Παραγουάη, το Περού και τη Βενεζουέλα μετά το 1960, τα πραξικοπήματα στη Βραζιλία (1964), στη Βολιβία (1965), στη Γουατεμάλα, στην Αργεντινή, στον Ισημερινό (1966) και στη Χιλή (1973), καθώς και οι πιο πρόσφατες διαμάχες ή εστίες πολέμου τα τελευταία χρόνια στη Νικαράγουα, στη Γρενάδα, στο Σαλβαδόρ, στη Βραζιλία και στη Βενεζουέλα. Γρήγορα έγινε φανερό πως η εκρηκτική αυτή κατάσταση δεν μπορούσε να θεραπευτεί μόνο με επαφές των εκπροσώπων των κρατών της ηπείρου μέσα στα πλαίσια των περιοδικών συνελεύσεων της Παναμερικανικής διάσκεψης (η πρώτη είχε συγκληθεί στην Ουάσινγκτον το 1888) και γι’ αυτό, με πρωτοβουλία των Ηνωμένων Πολιτειών, τέθηκε σε εφαρμογή αφενός μεν μια στρατιωτική συμμαχία (διασκέψεις του Μεξικού το 1945, του Ρίο το 1947 και της Μπογκοτά το 1948), αφετέρου δε μια συμμαχία για την πρόοδο (1962) που σύμφωνα με τις προθέσεις του εμπνευστή της Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι και του διαδόχου του θα όφειλε να στηρίξει τις οικονομίες των χωρών της Κεντρικής και Νότιας Α. που αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα. Παρ’ όλα αυτά, ενώ οι ΗΠΑ εξάπλωσαν την κυριαρχία τους σε όλα τα επίπεδα και απέκτησαν απόλυτα ηγεμονικό ρόλο παγκοσμίως, ιδίως μετά το 1990, στη Νότια Α. η κατάσταση εξακολουθεί να είναι ασταθής, όπως τουλάχιστον διαφαίνεται από τον πολυετή συνεχιζόμενο εμφύλιο πόλεμο στην Κολομβία, το αποτυχημένο πραξικόπημα στη Βενεζουέλα εναντίον του προέδρου Τσάβες (2002) και το οικονομικό κραχ στην Αργεντινή (2002).
Υπέρ της κοινωνικής ανανέωσης έχει ταχθεί επίσημα και η Καθολική Εκκλησία –που ασκεί αρκετά μεγάλη επιρροή σε αυτήν την περιοχή– με κορύφωση τις περιοδείες παπών στη Νότια Α., από το ταξίδι του πάπα Παύλου ΣΤ’ στην Μπογκοτά (1968) έως την τελευταία επίσκεψη του πάπα Ιωάννη Παύλου Β’ σε χώρες της περιοχής.
Ιθαγενείς γλώσσες
Την εποχή των αποικιακών κατακτήσεων, δηλαδή στην αρχή του 16ου αι., οι ιθαγενείς γλώσσες της Α. πρέπει να ήταν περισσότερες από 900 και τις μιλούσε ένας πληθυσμός που δεν ξεπερνούσε τα 20.000.000. Σήμερα, είναι εξακριβωμένο ότι στον Νέο Κόσμο υπάρχουν περίπου εκατό ανεξάρτητες γλωσσικές οικογένειες. Η κατάτμηση αυτή εξηγείται, εκτός των άλλων, και από τη χαμηλή πυκνότητα του ιθαγενούς πληθυσμού. Πρέπει εξάλλου να υπενθυμίσουμε ότι τη στιγμή ακριβώς που ορισμένες γλώσσες, όπως η νάχουατλ στο Μεξικό, άρχιζαν να μπαίνουν σε μια πορεία ενοποίησης και πολιτιστικής διαμόρφωσης, η αποικιακή κατάκτηση εκμηδένισε τα ιθαγενή κράτη που τις είχαν διαδώσει. Ο μεγάλος Αμερικανός γλωσσολόγος Έντουαρντ Σαπάιρ απέδειξε πόση επίδραση έχει στη γενική γλωσσολογία η μελέτη των αμερικανικών γλωσσών. Προσφέρουν πράγματι παραδείγματα σχεδόν όλων των μορφολογικών τύπων που έχουν συναντήσει οι επιστήμονες στις άλλες γλώσσες του κόσμου. Παρουσιάζουν επιπλέον αξιόλογα φαινόμενα σχέσεων μεταξύ διαφορετικών γλωσσών. Στην κατάταξη των διαφόρων αμερικανικών γλωσσικών ομάδων μπορούμε να διακρίνουμε τις γλώσσες της Βόρειας και της Κεντρικής Α. από τη μία πλευρά, και της Νότιας Α. και των Αντιλλών (Καραϊβικής) από την άλλη, καθεμιά από τις οποίες περιλαμβάνει μεγάλες οικογένειες που υποδιαιρούνται σε μικρότερες, οι οποίες πάλι με τη σειρά τους διακρίνονται σε διαλέκτους. Εδώ θα αναφερθούν μόνο οι σημαντικότερες ομάδες.
Οι γλώσσες της Βόρειας και της Κεντρικής Α. μπορούν να υποδιαιρεθούν σε πέντε οικογένειες:
1. Αλγκονκική Βακάς: Συγκεντρώνει, εκτός των άλλων, τις γλώσσες των αυτοχθόνων Μαύρα Πόδια, Τσεγιέν, Αραπάχο. Τις γλώσσες της ομάδας αυτής μιλούσαν κάποτε σε μια λωρίδα εδάφους που εκτεινόταν σε ολόκληρη την ήπειρο, από την ανατολή έως τη δύση.
2. Εσκιμωαλεουτική: Συγκεντρώνει τις γλώσσες που μιλούσαν κάποτε στην περιοχή που απλωνόταν από τις Αλεούτες έως τα ανατολικά της Γροιλανδίας. Σημαντικές αναλογίες παρατηρήθηκαν ανάμεσα στην εσκιμωική και στις ουραλικές γλώσσες.
3. Χόκα Σιου: Συγκεντρώνει γλώσσες λαών αρκετά διαφορετικών στα έθιμα και στον βαθμό πολιτισμού, διασκορπισμένων σε μια μεγάλη περιοχή, από την Καλιφόρνια έως την Κολούμπια και από τον ποταμό Σεν Λόρενς (στον Καναδά) έως τη Φλόριντα.
4. Ουτο-Αζτεκική-Τάνο: Περιλαμβάνει τις γλώσσες που μιλούσαν κάποτε από το λεκανοπέδιο του Κολοράντο έως το κεντρικό Μεξικό. Οι λαοί που τις μιλούσαν είχαν αρκετά διαφορετικό επίπεδο πολιτισμού· ο σημαντικότερος από αυτούς ήταν ο λαός Νάουα, με έναν από τους πιο προηγμένους πολιτισμούς του Νέου Κόσμου. Οι άνθρωποι της φυλής μιλούσαν ένα σύνολο διαλέκτων που είχαν την κοινή ονομασία νάουατλ ή την αρκετά ανακριβή ονομασία αζτέκ (ο όρος προέρχεται από το Αζτεκάτλ, δηλαδή κάτοικος του Αζτλάν· και Αζτλάν σημαίνει χώρα των γερανών ή των ερωδιών, μυθικός τόπος καταγωγής του λαού αυτού). Ονομάζεται κλασική αζτεκική η διάλεκτος που μιλούσαν στην Πόλη του Μεξικού, παλιά πρωτεύουσα του αζτεκικού κράτους. Το κράτος αυτό, που σήμερα πια δεν υπάρχει, άφησε μια πλούσια λογοτεχνία γραμμένη τον 16o και τον 17o αι., με το αλφάβητο που εισήγαγαν οι Ισπανοί.
5. Μάγια Ζόκε: Σε αυτή την οικογένεια ανήκει η καθαυτή Μάγια Μάγια του Βορρά, που τη μιλούν ακόμα και σήμερα 300.000 άνθρωποι, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ζουν στη χερσόνησο Γιουκατάν. Από τον 16o αι. και ύστερα, η γλώσσα αυτή παρήγαγε μια σημαντική λογοτεχνία. Η γραφή Μάγια αποκρυπτογραφήθηκε μόνο κατά ένα μέρος και ήταν ιδεογραφική, φαίνεται όμως ότι είχε προσφύγει και σε μερικά στοιχεία χαρακτηριστικά της αλφαβητικής γραφής.
Οι γλώσσες της Νότιας Α. και των Αντιλλών είναι συγκεντρωμένες σε μια κοινή κατηγορία, γιατί οι αυτόχθονες πληθυσμοί των Αντιλλών μιλούν μια γλώσσα που συγγενεύει με δύο νοτιοαμερικανικές γλωσσικές οικογένειες:
α) Αραουκανική: Ίσως είναι η σημαντικότερη γλώσσα της Νότιας Α. και ασφαλώς εκείνη που μιλήθηκε στην πιο εκτεταμένη περιοχή.
β) Κέτσουα Ρούνα Σίμι: Η μόνη γλώσσα της Νότιας Α. που έχει ασκήσει κατά την προκολομβιανή εποχή βαθιά εκπολιτιστική επίδραση. Διαδόθηκε από τους κατακτητές Ίνκας και απλώθηκε σε ολόκληρη την απέραντη επικράτεια, της οποίας έγινε η επίσημη γλώσσα.
Δεν φαίνεται καθόλου πιθανό να συγγενεύουν ιστορικά οι διάφορες ινδιάνικες γλώσσες. Αντίθετα, η αμερικανική ήπειρος παρουσιάζει στο εσωτερικό της γλωσσικές διαφορές μεγαλύτερες από όλες όσες μπορούν να διαπιστωθούν σε άλλους τόπους. Οι γλώσσες λοιπόν που ομιλούνται στην Α. δεν έχουν κοινό υπόστρωμα, όπως οι ευρωπαϊκές, αλλά είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους.
Τέχνη
Προκολομβιανοί πολιτισμοί. Προκολομβιανή ονομάζεται η τέχνη των λαών που κατοικούσαν στην αμερικανική ήπειρο πριν από τον ευρωπαϊκό αποικισμό και κατ’ επέκταση η τέχνη των αμερικανικών ιθαγενών ομάδων που δεν επηρεάστηκαν από τους λευκούς. Οι ομάδες αυτές, από τις οποίες άλλες έχουν εκλείψει και άλλες επιζούν ακόμα, διατήρησαν αναλλοίωτους τους παραδοσιακούς τρόπους της ζωής και της καλλιτεχνικής τους έκφρασης. Η μεγάλη ποικιλία των μορφών της προκολομβιανής τέχνης οφείλεται στην τεράστια έκταση της χώρας και στις διαφορές των πολιτιστικών, κοινωνικών και οικονομικών επιπέδων. Στην αμερικανική ήπειρο, η ανθρώπινη εξέλιξη κλιμακώνεται από τους κυνηγούς των αρκτικών περιοχών, τους νομάδες κυνηγούς των πεδιάδων και τους πρωτόγονους γεωργούς έως τους εξαιρετικά προηγμένους πολιτισμούς της Κεντρικής Α. και της ζώνης των Άνδεων, με τις άριστα οργανωμένες, κοινωνικά και πολιτικά, αυτοκρατορίες τους. Σε αυτές τις πιο ανεπτυγμένες κοινωνίες άνθησαν οι εικαστικές τέχνες και ο πολιτικός έλεγχος ευνόησε την ανέγερση μνημειακών κατασκευών, δημόσιων και θρησκευτικών. Πάντως, στο μεγαλύτερο τμήμα της ηπείρου η παραγωγή έμεινε περιορισμένη στο επίπεδο της φυλής: ο καλλιτέχνηςεργάστηκε στα πλαίσια της πιο στενής παράδοσης αναπλάθοντας τις μορφές και, μολονότι δέχτηκε εξωτερικές επιδράσεις, δεν επέφερε ουσιώδεις μεταβολές. Τα τεχνουργήματά του είχαν κυρίως ωφελιμιστικό χαρακτήρα, αλλά ο σύνδεσμος της καθημερινής ζωής με τη θρησκεία οδήγησε στη δημιουργία τελετουργικών προσωπείων και συμβόλων, αγαλμάτων και τοιχογραφιών, πελώριων ναών και βωμών.
Επειδή λοιπόν δεν είναι δυνατόν, για τους λόγους που αναφέραμε, να δοθεί μια γενική εικόνα της προκολομβιανής τέχνης, θα περιγράψουμε εδώ συνοπτικά τις κυριότερες εκδηλώσεις των διάφορων πολιτιστικών περιοχών, ενώ περισσότερες πληροφορίες και λεπτομερέστερη ανάπτυξη μπορείτε να αναζητήσετε στα ειδικά λήμματα.
Ο νομαδικός βίος των Εσκιμώων της Βόρειας Α. εξηγεί γιατί χρησιμοποιούσαν αντικείμενα μικρού μεγέθους. Διέθεταν ελάχιστα υλικά για την κατασκευή τους: κόκαλο, ελεφαντόδοντο και ξύλο που μεταφερόταν από τα νερά. Διακόσμησαν ωστόσο με κομψότατα καμπυλόγραμμα σχέδια ή με ζωηρές ρεαλιστικές σκηνές τις αιχμές των καμακιών, τις λαβές αιχμηρών εργαλείων, τις πίπες και τις πόρπες. Στην προϊστορική εποχή, σε μια περιοχή της Αλάσκας ζωγράφισαν με στοιχειώδη τεχνική πάνω στους βράχους μικρές αλλά καλοσχεδιασμένες μορφές και σκάλισαν σε ελεφαντόδοντο ή ξύλο πολλά αγαλματίδια.
Την αρχαιότερη καλλιτεχνική παραγωγή της ΒΔ ακτής αντιπροσωπεύουν άτεχνα γλυπτά σε πέτρα και πετρογλυφικά, που με ορισμένες λεπτομέρειές τους προαναγγέλλουν τα ξυλόγλυπτα της επόμενης ιστορικής περιόδου. Την εποχή των πρώτων επαφών με τους λευκούς, οι καλλιτέχνες της περιόδου επιδίδονταν κυρίως στην περίοπτη ξυλογλυπτική, με υψηλότατη ποιοτική στάθμη. Πολλά γλυπτά ήταν αρμονικότατα ζωγραφισμένα, ιδίως οι τοτεμικοί στύλοι και οι προσόψεις των σπιτιών. Η τέχνη τους, κυρίως αναπαραστατική, απεικονίζει μορφές ανθρώπων και ζώων συχνά ενωμένες, τονίζοντας τα ατομικά τους χαρακτηριστικά. Η ξυλογλυπτική ήταν προνόμιο των αντρών, οι οποίοι σκάλιζαν ακόμα και κιβώτια, πίπες και τελετουργικά προσωπεία. Οι γυναίκες, επιδέξιες στην καλαθοπλεκτική, κατασκεύαζαν ωραιότατες κουβέρτες με σχέδια ανάλογα με εκείνα της γλυπτικής.
Στις μεγάλες πεδιάδες της ενδοχώρας, όταν οι αυτόχθονες υιοθέτησαν το άλογο και τα πυροβόλα όπλα των λευκών, ανέπτυξαν τον νομαδισμό και εγκατέλειψαν τη γεωργία, για να επιδοθούν περισσότερο στο κυνήγι. Αυτό τους προμήθευσε τη βασική πρώτη ύλη, δηλαδή τα δέρματα, όπου στην αρχή ζωγράφιζαν απλά γεωμετρικά σχήματα και αργότερα εγκωμιαστικά πολεμικά και κυνηγετικά κατορθώματα, σε νατουραλιστική τεχνοτροπία, που θυμίζει την ευρωπαϊκή παλαιολιθική ζωγραφική. Η γεωμετρική διακόσμηση διατηρήθηκε στα ενδύματα, στις κουβέρτες, στα υποδήματα και στα δισάκια.
Στη ΝΔ περιοχή των ΗΠΑ, δηλαδή στο Νιου Μέξικο και στην Αριζόνα, ο αρχαιότερος πολιτισμός είναι αυτός των Ανατζάζι, με την τέχνη των καλαθοποιών, χαρακτηριστική για τα πολύχρωμα κάνιστρα και τα κεραμουργήματα με γεωμετρικές διακοσμήσεις. Γύρω στο 1050 μ.Χ. εμφανίζεται ο πολιτισμός των Πουέμπλος, που χαρακτηρίζεται από μεγάλα οικοδομήματα, ψηφιδωτά από τιρκουάζ και τέλεια κεραμική, που διακοσμείται αργότερα κατά τρόπο ρεαλιστικό με παραστάσεις πουλιών, ερπετών, εντόμων και προσωπιδοφόρων θεοτήτων. Οι κατοικίες ήταν λαξευμένες στους βράχους ή περιβάλλονταν από τείχη. Θρησκευτικός πυρήνας των χωριών είναι ακόμα και σήμερα η κίβα, υπόγεια αίθουσα τελετουργιών με τοιχογραφίες μυθολογικού περιεχομένου· στο δάπεδό της εκτελείται κατά τις θρησκευτικές τελετές με άμμο διαφόρων χρωμάτων μια εικόνα μαγικού χαρακτήρα.
Στην Κεντρική Α., οι αρχαιότεροι πολιτισμοί της κοιλάδας του Μεξικού είναι γνωστοί μόνο από θραύσματα κεραμικής, από άτεχνα πήλινα αγαλματίδια και από ίχνη τοιχογραφιών. Την ίδια εποχή άκμασε ο πολιτισμός των Ολμέκων με κέντρο την περιοχή της Βέρα Κρουζ, που χαρακτηρίζεται από μια εκλεπτυσμένη γλυπτική με κολοσσιαία αγάλματα, προσωπεία και αγαλματίδια από νεφρίτη. Ακολούθησε ο πολιτισμός των Τολτέκων με διάρκεια πέντε αιώνων (450-1000 μ.Χ.)· τότε αναπτύχθηκε μια μνημειακή αρχιτεκτονική και τελειοποιήθηκε η τεχνική της πλαστικής του πηλού· την ίδια εποχή στο Μόντε Αλμπάν ακμάζουν οι Ζαποτέκοι, που τελειοποίησαν την επεξεργασία των μετάλλων. Στο τέλος της τολτεκικής περιόδου άρχισαν οι επιδρομές των αιμοχαρών Τσιτσιμέκας, οι οποίοι στις αρχές του 14ου αι. νικήθηκαν από τους Αζτέκους, των οποίων το κράτος διατηρήθηκε έως την ισπανική κατάκτηση. Οι Αζτέκοι δεν δημιούργησαν δικούς τους ρυθμούς, χρησιμοποίησαν όμως σε μεγάλη έκταση την τέχνη, ιδιαίτερα την αρχιτεκτονική και τη γλυπτική, για θρησκευτικούς και πολιτικούς σκοπούς· μέσα σε τεράστιους ιερούς περιβόλους κατασκεύασαν μεγαλοπρεπέστατα κτίρια σε μορφή πυραμίδας, που ήταν διακοσμημένα με μνημειακά ανάγλυφα και περίοπτα αγάλματα. Καλλιέργησαν την υφαντική, τη γλυπτική, την τέχνη του ψηφιδωτού με πολύτιμους λίθους και φτερά, την κατεργασία των φτερών και την κεραμική.
Η τελειότερη εκδήλωση του εξαιρετικά υψηλού πολιτισμού των Μάγια ήταν η αρχιτεκτονική, που είχε αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε επέτρεψε την ίδρυση μεγάλων θρησκευτικών κέντρων πλούσιων σε ναούς, ανάκτορα, πυραμίδες, μοναστήρια και αστεροσκοπεία. Τα οικοδομήματα έχουν πολύπλοκο διάγραμμα, οροφή με ψευδοτόξα και ξύλινα επιστήλια με λεπτά σκαλίσματα. Η παλαιότερη πόλη ήταν η Τικάλ, ενώ πολύ σημαντικές πόλεις ήταν επίσης η Kοπάν και η Τσιτσέν Ιτζά με τους πυραμιδοειδείς ναούς, αφιερωμένους στο φτερωτό φίδι. Ο υποβλητικός ρεαλισμός των περίοπτων έργων και των ανάγλυφων των Μάγια πηγάζει από έναν βαθύ συμβολισμό, ενώ η ζωγραφική είναι περισσότερο διακοσμητική και χρησιμοποιεί έντονα χρώματα τόσο στις νωπογραφίες (όπου οι μορφές με τις πιο διαφορετικές στάσεις παριστάνονται πάντοτε σε κατατομή και οι συνθέσεις απεικονίζουν τελετές, θυσίες, χειροτονίες ιερέων), όσο και στους κώδικες και στην κεραμική.
Στη Νότια Α. οι πιο προηγμένοι πολιτισμοί άνθησαν στην πλευρά του Ειρηνικού, στη ζώνη των Άνδεων, με κέντρο το σημερινό Περού, ενώ στις άλλες περιοχές οι πολιτιστικές εκδηλώσεις δεν είναι αξιομνημόνευτες. Η αρχαιολογία κατόρθωσε να ανασυνθέσει την εξέλιξη της τέχνης της ζώνης των Άνδεων, η οποία αναπτύχθηκε σε μια σειρά από διαδοχικές φάσεις που διακρίνονταν κατά τον Μπένετ σε επτά περιόδους. Η προκεραμική περίοδος (3000-1200 π.Χ.) είχε το κέντρο της στην κοιλάδα της Τσικάμα· η οικονομία της βασιζόταν στη γεωργία, είχε παραγωγή υφασμάτων, αλλά δεν χρησιμοποιούσε κεραμικά αγγεία. Η πρώτη περίοδος (1200-400 π.Χ.) χαρακτηρίζεται από τη διαμόρφωση μεγάλων θρησκευτικών κέντρων. Τοπικοί πολιτισμοί εμφανίζονται στην Τσαβίν και την Κουπισνίκε· η αρχιτεκτονική είναι απλή και επιβλητική, στη ζωγραφική κυριαρχεί το μοτίβο του αιλουροειδούς δαίμονα, τα αγγεία έχουν επίχρισμα βαθύχρωμο και στιλπνό, και η προχοή τους χρησιμεύει και ως λαβή. Στη δεύτερη περίοδο (400 π.Χ. – 400 μ.Χ.) υπερτερεί ο ρυθμός Τσαβίν, αλλά αναπτύσσονται παράλληλα οι τοπικοί πολιτισμοί Σαλίναρ, Παράκας και Τσάνκαϊ, σημαντικοί για τις καινοτομίες στην κεραμική και την υφαντική. Στην τρίτη περίοδο (400-1000 μ.Χ.) προάγονται οι τοπικοί πολιτισμοί, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονται ο μοτσικικός και o ναζκικός. Ο πρώτος κατάγεται από τις κεντρικές Άνδεις και είναι περίφημος τόσο για τα αγγεία του, που απεικονίζουν με ωμό ρεαλισμό κεφάλια και μορφές ανθρώπων, όσο και για τους πυραμιδοειδείς ναούς του. Μεγαλύτερα ακόμα ήταν τα επιτεύγματα των Νάζκα στη μνημειακή αρχιτεκτονική, ενώ στην κεραμική προτίμησαν αφηρημένες και τυποποιημένες διακοσμήσεις. Τελειοποίησαν επίσης την υφαντική. Στην τέταρτη περίοδο (1000-1300 μ.Χ.) δημιουργήθηκε η παμπερουβιανή αυτοκρατορία του Τιαχουανάκο και προόδευσε πολύ η θρησκευτική αρχιτεκτονική. Το γνωστότερο μνημείο της είναι η Πύλη του Ήλιου, με ανάγλυφες διακοσμήσεις στο αέτωμα. Στην κεραμική και στην υφαντική η χρήση των χρωμάτων φτάνει σε τεχνική αρτιότητα. Στην πέμπτη περίοδο (1300-1438 μ.Χ.) η αυτοκρατορία Τιαχουανάκο έχει σβήσει και αναδεικνύονται τοπικοί ρυθμοί χαμηλότερου επιπέδου (Τσίμου, Ίκα) στην κεραμική, την υφαντική και τη χρυσοχοϊκή. Στην έκτη περίοδο (1438-1532 μ.Χ.) οι Ίνκας ιδρύουν τη μεγαλύτερη πολιτική αυτοκρατορία της προκολομβιανής Α.· ο ρυθμός ενοποιείται και πάλι, αν και η ποιότητά του δεν είναι εξαιρετικά υψηλή και η περουβιανή καλλιτεχνική επιρροή εκτείνεται σε έναν τεράστιο χώρο, που φτάνει στον νότο έως τη Χιλή, στην ανατολή μέχρι τα σύνορα της Αργεντινής και στον βορρά έως την Κόστα Ρίκα.
Αποικιακή και νεότερη τέχνη. Μετά τις ανακαλύψεις του Κολόμβου, ο ευρωπαϊκός αποικισμός και o άμεσος εκχριστιανισμός δημιουργούν βαθύτατη τομή στους γηγενείς παραδοσιακούς ρυθμούς και αφήνουν ελεύθερο το έδαφος για να εισδύσουν και να επιδράσουν διάφορα ευρωπαϊκά πρότυπα, ανάλογα με την πατρίδα των κατακτητών. Έτσι, δεν λείπουν οι γαλλικές, αγγλικές και ολλανδικές επιρροές, ακόμα και οι κατασκευές νεογοτθικού ρυθμού.
Στη Λατινική Α., την ίδρυση των πρώτων οχυρωμένων εκκλησιών του 16ου αι. ακολουθεί ένας διακοσμητικός πυρετός, o oποίος συνδέεται με τον ρυθμό πλατερέσκο, που διακρίνεται για τον διακοσμητικό του πλούτο. Αργότερα, πάντοτε υπό την ιβηρική επίδραση, εισχωρεί o ρυθμός μπαρόκ, στον οποίο οφείλεται η κατασκευή μεγάλων καθεδρικών ναών, κατά κανόνα σε μορφή βασιλικής, κατά τον 17ο και 18ο αι. Το σημαντικότερο καλλιτεχνικό κέντρο είναι τώρα το Μεξικό. Εκκλησίες, όπως αυτή της Πουέμπλα, ενώ είναι κομψά αρχιτεκτονήματα, διακοσμούνται με ελαιογραφίες μέτριων καλλιτεχνών, Ισπανών ή γηγενών, που επαναλαμβάνουν μονότονα τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Αξιόλογη πρωτοτυπία εμφανίζουν αντίθετα τα πληθωρικά κοσμήματα, τόσο στις προσόψεις όσο και στις τεράστιες επίχρυσες Άγιες Τράπεζες, όπου διακρίνεται μια αναβίωση της αρχαίας επιδεξιότητας στην πλαστική. Αυτή τη μορφή του μπαρόκ διαδέχεται, πάντοτε καθορισμένη από την ευρωπαϊκή επίδραση, η επονομαζόμενη τσουριγκουερεσκική (από το όνομα των περίφημων Ισπανών αρχιτεκτόνων Τσουριγκουέρα), τεχνοτροπία πολύ συγγενική με το ροκοκό. Ο ναός της Παναγίας του Οκοτλάν (Τλαξκάλα) του 18ου αι. είναι από τα καλύτερα δείγματα του ρυθμού αυτού.
Σε άλλες περιοχές, και προπαντός σε εκείνες όπου άνθησε ο πολιτισμός των Ίνκας, τα αυτόχθονα στοιχεία είναι ακόμα εντονότερα. Στο Κούσκο και σε άλλα κέντρα ο καθεδρικός ναός οικοδομείται πάνω στα ερείπια των ναών που ήταν αφιερωμένοι στις αρχαίες θεότητες. Στη Βολιβία, στο Περού και στον Ισημερινό, η κυριαρχία του μπαρόκ δεν κατορθώνει να υποκαταστήσει τη διακοσμητική δραστηριότητα των τοπικών τεχνιτών. Στη Βραζιλία, το μπαρόκ εμπνέεται από πορτογαλικά πρότυπα, εξαιτίας ακριβώς της πολιτικής εξάρτησης της χώρας. Η πόλη Ρεσίφε είναι το κέντρο του λεγόμενου μπαρόκ της ακτής, που διακρίνεται για τις εξαιρετικά ψηλές προσόψεις των εκκλησιών. Στις περιοχές του εσωτερικού η αρχιτεκτονική είναι απλούστερη, αλλά κομψότατη, καθώς χρησιμοποιεί διαδοχικά πέτρα και ανοιχτόχρωμο κονίαμα, όπως στην εκκλησία του Αγίου Φραγκίσκου στο Ούρο Πρέτο, έργο του αρχιτέκτονα Φρανθίσκο Λισμπόα, του λεγόμενου Αλεϊχαντίνο, που ήταν επίσης και διάσημος γλύπτης. Στον Ισημερινό, τον 18o αι. άνθησε μια μέτρια ζωγραφική σχολή, όπου διακρίθηκε ο Μπερνάρντο Ροντρίγκεθ.
Στο τέλος του 18ου αι., πάντοτε υπό την ευρωπαϊκή επίδραση, θριαμβεύει σε ολόκληρη σχεδόν τη Νότια Α. ο νεοκλασικισμός. Αλλά στο πρώτο μισό του 19ου αι., την ισπανική επιρροή αντικαθιστά η γαλλική. Γάλλοι αρχιτέκτονες προσκαλούνται και έρχονται στη Βραζιλία και o εκλεκτικισμός κυριαρχεί ολόκληρο τον αιώνα, ώσπου στις αρχές του 20ού, εμφανίζονται τα οικοδομήματα λίμπερτι, ιδίως στο Μεξικό, στη Βραζιλία και στην Κούβα.
Μετά το 1920, η σύγχρονη λειτουργικότητα βρίσκει στη Λατινική Α., και ιδιαίτερα στη Βραζιλία, ορισμένες από τις καλύτερες εκφράσεις της με τα έργα του Λούσιο Κόστα και του Όσκαρ Νιμέγερ, στους οποίους οφείλεται η κατασκευή της νέας πρωτεύουσας Μπραζίλια, σε εντελώς συγχρονισμένο πολεοδομικό και οικοδομικό σχέδιο. Η λειτουργικότητα συναντάται, λίγο έως πολύ, σε όλες τις νοτιοαμερικανικές περιοχές, όπου γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη η χρήση πολύχρωμων υλικών και η δημιουργία δημόσιων και ιδιωτικών κήπων για την εξυπηρέτηση όλο και πιο κομψών οικισμών.
Όσο για την πρόοδο των άλλων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, ενώ στο παρελθόν τα επιτεύγματα της γλυπτικής ήταν λίγα και όχι σημαντικά, τώρα πλέον εμφανίζονται εντελώς προσαρμοσμένα στη διεθνή καλλιτεχνική γλώσσα. Εξάλλου, η ζωγραφική του 19ου αι. παρουσιάζει μερικούς τοπιογράφους, γνωστότερος από τους οποίους ήταν ο Χοσέ Μαρία Βελάσκο (1840-1912), που γοητεύτηκαν από το επιβλητικό φυσικό θέαμα της χώρας τους.
Στον 20ό αι., η ζωγραφική σταθεροποίησε μια δική της –πραγματικά αυτόνομη– έκφραση στο Μεξικό, στην κίνηση που έγινε γνωστή ως μεξικανική αναγέννηση και η οποία συνέπεσε με την πολιτική επανάσταση του 1910, αφομοιώνοντας τα κοινωνικά ιδεώδη της. Οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι αυτού του κινήματος και δημιουργοί μεγαλοπρεπών τοιχογραφικών διακοσμήσεων είναι ο Ντιέγκο Ριβέρα (1886-1957), ο Νταβίντ Αλφάρο Σικουέιρος (1896-1974) και ο Χοσέ Κλεμέντε Ορόθκο (1883-1949), ζωγράφοι με έντονο εξπρεσιονισμό, που μέσα στο ρεύμα των ευρωπαϊκών πρωτοποριακών κινημάτων προσπάθησαν να προβάλουν θέματα και τεχνοτροπίες των εθνικών προκολομβιανών τεχνών. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η προσωπικότητα του Ρουφίνο Ταμάγιο (1899-1991), που αν και μένει πιστός σε ορισμένα πολιτιστικά χαρακτηριστικά της χώρας του, τα εκφράζει σε μια γλώσσα που συμμετέχει σε μεγάλο βαθμό στις διεθνείς αντιλήψεις και είναι επηρεασμένη από τον κυβισμό και τα μετακυβιστικά ρεύματα.
Στη Βραζιλία, o Κάντιντο Πορτινάρι (1903-1962) έχει μια αυθεντική μνημειακή φλέβα. Στην Αργεντινή, ο Εμίλιο Πετορούτι συνεχίζει έναν αυστηρό κυβιστικό διαλογισμό. Ο Χιλιανός Μάτα Ετσάουρεν και ο Κουβανός Βιλφρέντο Λαμ (1902-1982), που αργότερα έζησε στο Παρίσι, ξεκίνησαν από υπερρεαλιστικούς πειραματισμούς και θεωρούνται από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής τους. Ο Ουρουγουανός Τόρες Γκαρθία (1875-1949), επηρεασμένος από Ευρωπαίους ανεικονικούς ζωγράφους, και ιδιαίτερα από τον Κλέε, έγινε στην πατρίδα του κήρυκας της αφηρημένης τέχνης, η οποία στη Νότια Α. συνάντησε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί, ιδιαίτερα στη νεοπλαστική και γεωμετρική μορφή της και σε συνάρτηση με την αρχιτεκτονική. Αργότερα, ωστόσο, ο γεωμετρικός ορθολογισμός υπερνικήθηκε από τους πειραματισμούς της νεότερης γενιάς, που χάρη στη στενότερη επαφή με τις Ηνωμένες Πολιτείες επηρεάστηκε από τα ρεύματα της άμορφης τέχνης και της ζωγραφικής-δράσης (action painting).
Η Βόρεια Α. δεν παρουσιάζει στις παλαιότερες εποχές καλλιτεχνικά επεισόδια ανάλογα με αυτά της Κεντρικής και της Νότιας Α.· σε αντιστάθμισμα, μετά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας (1776-83) αποκτά παγκόσμια σημασία η πολιτιστική συμβολή των Ηνωμένων Πολιτειών, πρώτα στην αρχιτεκτονική, και τα τελευταία μεταπολεμικά χρόνια στη ζωγραφική. Η διαμόρφωση μιας αυτόνομης ρυθμολογικής πρωτοτυπίας παρακολουθεί εξάλλου από κοντά την πολιτική και δημοκρατική προβολή που χαρακτηρίζει την εμφάνιση και την ανάπτυξη του αμερικανικού έθνους.
Έτσι, στο πρώτο μισό του 19ου αι., στις εξαίσιες αποικιακές επαύλεις του νότου επικρατεί η μίμηση ιταλικών προτύπων, απόρροια του θαυμασμού των Άγγλων του 18ου αι. για τον Παλάντιο και της στροφής στον ελληνορωμαϊκό κλασικισμό που ενέπνευσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζέφερσον. Όμως, στο δεύτερο μισό του 19ου αι. η αρχιτεκτονική φτάνει σε απόλυτη περιφρόνηση κάθε παραδοσιακού στοιχείου και μεταφέρειτο τεχνικό αρχιτεκτονικό πρόβλημα σε εντελώς συγχρονισμένα πλαίσια. Η πρώτη μεγάλη προσωπικότητα είναι o Ρίτσαρντσον (1830-86)· η πρώτη μεγάλη κίνηση των νεότερων χρόνων είναι η Σχολή του Σικάγoυ, με τη δημιουργία των πρώτων ουρανοξυστών και κυριότερο εκπρόσωπό της τον Χένρι Λιούις Σάλιβαν (1856-1924). Δίπλα του διαμορφώνεται ένας από τους μεγαλύτερους αρχιτέκτονες των νεότερων χρόνων, ο Φρανκ Λόιντ Ράιτ. Στον 20ό αι., και με τη συμβολή των μεγαλύτερων Ευρωπαίων μεταναστών αρχιτεκτόνων, από τον Γκρόπιους έως τον Μπρόουερ, τον Νόιτρα, τον Μιές Βαν Ντερ Ρόε, που αναπτύσσουν και μια διδακτική δραστηριότητα, o αρχιτεκτονικός ορθολογισμός πραγματοποίησε στην Α. μερικές από τις τελειότερες εκφράσεις του, υποβοηθούμενος και από μια εξαιρετικά ανεπτυγμένη σύγχρονη τεχνολογία.
Η ζωγραφική και η γλυπτική του 18oυ αι. με τον Κόπλεϊ και τον Ουέστ και του 19oυ με τους τοπιογράφους της Σχολής του ποταμού Χάντσον κ.ά. διατηρούν για μεγαλύτερο διάστημα τον σύνδεσμό τους με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, πρώτα τα αγγλικά και αργότερα τα γαλλικά. Ωστόσο, οι ΗΠΑ δέχτηκαν χωρίς προκαταλήψεις τα πρωτοποριακά ρεύματα από τον ιμπρεσιονισμό και ύστερα, συγκρότησαν μεγάλες δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές και έδωσαν έτσι τη δυνατότητα στο κοινό να διαμορφώσει μια σύγχρονη καλλιτεχνική αντίληψη. Δεν έλειψαν ανάμεσα στους δύο πολέμους αξιόλογες προσωπικότητες, όπως o Τζον Μάριν (1870-1953), ο Μπεν Σαν (1898-1969) ή ο Αλεξάντερ Κάλντερ (1898-1976). Όμως, μόνο μετά το 1945 δημιουργείται ένας ιδιόμορφος τύπος μη παραστατικής ζωγραφικής, ένας αφηρημένος εξπρεσιονισμός, βίαιος και ανηλεής, εντελώς πρωτότυπος, έξω από οποιαδήποτε παράδοση, ακόμα και πρόσφατη, που ονομάστηκε, ακριβώς για να υπογραμμιστεί η έννοια της ζωγραφικής ενέργειας, action painting (ζωγραφική-δράση). Ο Τζάκσον Πόλοκ (1912-1956) ήταν ο σημαντικότερος καλλιτέχνης της ζωγραφικής αυτής στιγμής και κατόρθωσε να επηρεάσει θετικά ένα μέρος της τελευταίας ευρωπαϊκής ζωγραφικής και να εξασφαλίσει στην αμερικανική ζωγραφική μια ηγετική θέση στην παγκόσμια τέχνη. Η ποπ-αρτ (pop art), που εμφανίστηκε μετά το 1960, αποτελεί δίχως άλλο μια επανεμφάνιση του νατουραλισμού, που διακρίνεται από αναμφισβήτητη βιαιότητα και αυθεντικότητα τόνου.
Λογοτεχνία
Με τον όρο προκολομβιανοί χαρακτηρίζονται οι πολιτισμοί που άνθησαν πριν από τον ευρωπαϊκό αποικισμό, αλλά και μετά από αυτόν όσοι ιθαγενείς πολιτισμοί δεν δέχτηκαν την επίδραση των λευκών. Τα τεκμήρια της λογοτεχνικής παραγωγής αυτών των πολιτισμών ή των φυλετικών ομάδων δεν είναι βέβαια ούτε πολλά ούτε πολύ γνωστά, επειδή οι κατακτητές προξένησαν καταστροφές στην προσπάθειά τους να εξαλείψουν οτιδήποτε αποτελούσε έκφραση μη ισπανική και ακόμα επειδή καθυστέρησαν οι έρευνες σε ορισμένους τομείς.
Στη Βόρεια Α. έχει γίνει περισυλλογή από τις φυλές των αυτοχθόνων, όπως επίσης από τους Εσκιμώους του Καναδά και της Αλάσκας, των τραγουδιών του κυνηγιού, θρύλων και μύθων, θρησκευτικών ύμνων κ.ά., που μαρτυρούν τις ιδιαίτερες συνήθειες και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις και ενίοτε παρουσιάζουν λογοτεχνική αξία.
Από την προκολομβιανή Κεντρική και Νότια Α. σώζονται μερικά έργα. Σημαντικότερο είναι το Πόπολ-Βουχ (Γουατεμάλα), συλλογή μυθολογικών παραδόσεων με θέμα τη δημιουργία του κόσμου, σε γλώσσα κιτσέ. Πρέπει να αναφερθούν ακόμα το δράμα Ραμπινάλ Ατσί, επίσης σε γλώσσα κιτσέ, Τα βιβλία του Τσιλάμ Μπαλάμ (είδος χρονικού της εποχής της κατάκτησης, που είχε γραφτεί σε γλώσσα μάγια αλλά με λατινικούς χαρακτήρες), τα τραγούδια των Αζτέκων σε γλώσσα νάχουατλ (λειτουργικά ή πολεμικά τραγούδια, ύμνοι, μοιρολόγια κ.ά.) και το δραματικό ποίημα των Ίνκας Ολαντάι (Ollantay) σε γλώσσα κέτσουα, που με την καταπληκτική γλωσσική του καθαρότητα και χωρίς αναφορές στην ισπανική κατοχή, θεωρείται ότι προέρχεται από εποχή προγενέστερη της ισπανικής κατάκτησης.
Αποικιακή και νεότερη εποχή. Δεν είναι δυνατόν φυσικά να γίνει λόγος για μια ενιαία λογοτεχνία σε όλη την αμερικανική ήπειρο, επειδή κάθε χώρα παρουσιάζει διαφορετική ιστορική και πολιτιστική διαμόρφωση και διαφορετικό γλωσσικό ιδίωμα. Οι δύο επικρατέστερες γλωσσικές ομάδες είναι η αγγλική και η ισπανική και ακολουθούν η πορτογαλική (Βραζιλία) και η γαλλική (τμήμα του Καναδά και Αϊτή). Σε αυτές πρέπει να προστεθούν τα ιθαγενή γλωσσικά ιδιώματα που επιζούν στη Νότια, στην Κεντρική και σε μεγάλη έκταση της Βόρειας Α. (για περισσότερες και λεπτομερέστερες πληροφορίες, παραπέμπεται o αναγνώστης στις εθνικές λογοτεχνίες κάθε αμερικανικού κράτους χωριστά).
Αν θελήσει κανείς να ερευνήσει τα κοινά στοιχεία των διαφόρων αμερικανικών λογοτεχνιών, θα διαπιστώσει πριν από όλα ότι κατά τον ίδιο τρόπο που η γέννηση των ιβηροαμερικανικών λογοτεχνιών μπορεί να αναχθεί στις επιστολές του Χριστόφορου Κολόμβου και του Ερνάν Κορτές, έτσι και η αμερικανική λογοτεχνία στην αγγλική γλώσσα πηγάζει από τις αφηγήσεις των πρώτων σκαπανέων που εγκαταστάθηκαν στις βόρειες ακτές του Ατλαντικού και η λογοτεχνία στη γαλλική γλώσσα από τις Εκθέσεις των ιησουιτών του Καναδά. Αλλά η αποκαλούμενη αποικιακή λογοτεχνία της ισπανόφωνης Α. είναι πολύ πιο πλούσια, πιο στέρεα και πιο σημαντική από τη λογοτεχνία της υπόλοιπης ηπείρου για δύο συνακόλουθους λόγους: την ύπαρξη ανθηρών γηγενών αυτοχθόνων πολιτισμών (Μάγια, Ίνκας, Αζτέκοι) και την πολύπλευρη προσπάθεια των καθολικών Ισπανών για οικονομική και ιδεολογική κατάκτηση.
Αλλά δεν είναι οπωσδήποτε δυνατόν να γίνει λόγος, τουλάχιστον μέχρι τον 19ο αι., για αυτόνομο πολιτισμό και λογοτεχνία. Ο σύνδεσμος με την Ευρώπη υπήρξε πάντοτε ισχυρότατος και ήταν δύσκολο να αποκοπεί, επειδή από τη μια πλευρά υπήρχε η κοινή γλωσσική κληρονομιά –και συνεπώς το ίδιο αναγνωστικό κοινό– και από την άλλη η τάση προς το ευρωπαϊκό, που χαρακτήριζε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. και με διάφορους τρόπους και κατευθύνσεις, τον πολιτισμό των διαφόρων αμερικανικών κρατών. Κοινό γνώρισμα όλων των αμερικανικών λογοτεχνιών είναι ότι τα ίδια έργα ανήκουν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, με μόνη εξαίρεση τη λεγόμενη ιθαγενίζουσα και ινδιανίζουσα λογοτεχνία, που ήταν συνδεδεμένη με τον τοπικό λαϊκό πολιτισμό (φολκλόρ). Υπάρχει και ένα άλλο κοινό δεδομένο: ένας πολιτιστικός ευρωπαϊκός κόσμος προσπάθησε και προσπαθεί να εκφράσει μια νέα πραγματικότητα, διάφορα περιστατικά, ιστορικά και γεωγραφικά γεγονότα, εντυπώσεις, συναισθήματα, ιδέες και πόθους, που καθορίζονται από ένα περιβάλλον νέων διαστάσεων. Έτσι, η παρουσία μιας πληθωρικής και επιβλητικής φύσης έχει ασκήσει και ασκεί μέχρι σήμερα ισχυρότατη επίδραση και συνδέει με ενιαίο νήμα τον Βενεζουελανό ποιητή Αντρές Μπέλο (1781-1865), τον ποιητή των Ηνωμένων Πολιτειών Γουόλτ Γουίτμαν (1819-1892) και τον Χιλιανό Πάμπλο Νερούδα (1904-1973), τον μεγαλύτερο Νοτιοαμερικανό ποιητή του 20ού αι.
Συμπερασματικά, διαπιστώνεται ότι δίπλα σε ορισμένα γενικά κοινά θέματα (αντανακλάσεις της ζωής και της διάρθρωσης μιας νέας ηπείρου), υπάρχει και μια κοινή γενική εξελικτική γραμμή: αρχικά, ο αμερικανικός πολιτισμός συνδέεται με τον ευρωπαϊκό· αργότερα, αν και χρησιμοποιεί τα ίδια υπερατλαντικά γλωσσικά ιδιώματα, επεξεργάζεται και αποδίδει μοτίβα από τη ζωή και τη φύση της αμερικανικής ηπείρου. Σε αυτό ακριβώς το σημείο προβάλλουν οι ποικιλίες των θεμάτων και των μορφών, που συνδέονται στενά με τα γεγονότα και το ιστορικό, κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον κάθε χώρας.
Μουσική. Η μουσική άνθηση στην αμερικανική ήπειρο, παρά τις διαφορές που διακρίνει κανείς από χώρα σε χώρα, ανάλογα με τη διαφορετική τους ιστορική πορεία, έχει μια κοινή ρίζα: τη λαϊκή μουσική των αυτοχθόνων. Η μουσική αυτή για πολύ καιρό αγνοήθηκε από τις πολιτιστικές κατακτήσεις την εποχή του ευρωπαϊκού αποικισμού, που όχι μόνο δεν ευνόησε τις μουσικές εκδηλώσεις των ιθαγενών, αλλά τις καταπίεσε και τις αντικατέστησε με την επίσημη ευρωπαϊκή μουσική, που περιορίστηκε στις άμεσες ανάγκες μιας πολιτικής και θρησκευτικής κυριαρχίας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, ο αγγλικανικός πουριτανισμός περιόρισε τη μουσική δραστηριότητα, μέχρι τις αρχές του 18ου αι., σε εκδηλώσεις καθαρά φωνητικές και χορωδιακές, δηλαδή στην εκτέλεση των ψαλμών χωρίς ενόργανη συνοδεία (ακόμα και το εκκλησιαστικό όργανο άργησε να μπει στη θρησκευτική μουσική), αποκλείοντας την ενόργανη μουσική και τα δημόσια θεάματα. Αργότερα, τα νέγρικα θρησκευτικά τραγούδια (spirituals) και η τζαζ (jazz) μπήκαν και στην έντεχνη μουσική και συνέβαλαν στη δημιουργία ενός αμερικανικού μουσικού ύφους που το αντιπροσωπεύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ο Τζορτζ Γκέρσουιν.
Στο Μεξικό, τα ίχνη του μεγάλου πολιτισμού των Αζτέκων, που γνώρισε μεγάλη ακμή τον 13ο αι., καταστράφηκαν και διασκορπίστηκαν από την ισπανική κυριαρχία, που μέχρι τις αρχές του 19ου αι. δεν επέτρεψε άλλες εκδηλώσεις εκτός από τις κοσμικές τελετές της αυλής των αντιβασιλέων ή τις λειτουργικές της εκκλησίας. Χάρη σε αυτές διαδόθηκε η βιοτεχνία μουσικών οργάνων, που αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στις χώρες της Λατινικής Α. και ενισχύθηκε από τους ιησουίτες ιεραπόστολους. Η ισπανική επίδραση ήταν αποφασιστική τόσο στο σύμπλεγμα των Μεγάλων Αντιλλών όσο και στην Κούβα, όπου μόνο πρόσφατα o συνδυασμός με ένα ορισμένο αφρικανικό φολκλόρ δημιούργησε το τυπικό αφροκουβανέζικο μουσικό ιδίωμα (ρούμπα, σάμπα, χαμπανέρα), το οποίο με την ορμητική του ανάπτυξη κατάφερε να επηρεάσει, όπως και η τζαζ, την έντεχνη ευρωπαϊκή μουσική. Λιγότερο πρόσφορο έδαφος συνάντησε η ευρωπαϊκή μουσική παράδοση στο
Περού και στη Βολιβία, όπου αναπτύχθηκε με τα ίδια χαρακτηριστικά του Μεξικού, αλλά με εντονότερη την επικράτηση του τοπικού στοιχείου, που ανάγεται στον πολιτισμό των Ίνκας. Στη Βραζιλία και στην Αργεντινή, η δράση των Ευρωπαίων αποίκων, τόσο των ιησουιτών όσο και των Πορτογάλων κατακτητών, σε ό,τι αφορά τη μουσική, ήταν πιο φιλελεύθερη και συχνά φωτισμένη. Στη Βραζιλία, στις αρχές κιόλας του 18ου αι., έγινε δυνατή η συγχώνευση ιθαγενών μουσικών στοιχείων με την ευρωπαϊκή παράδοση και η μεγάλη ανάπτυξη της μουσικής βρήκε προστάτες στον βασιλικό πορτογαλικό οίκο, που εγκαταστάθηκε εκεί στα πρώτα χρόνια του 19ου αι. Στην Αργεντινή υπήρξε αξιέπαινη και από πλευράς διδακτικής η δράση των ιησουιτών, που ίδρυσαν σχολές και εργοστάσια μουσικών οργάνων (ανάμεσα σε αυτά και κιθάρας, άρπας, βιολιού, λαούτου) και προσέφεραν τη δυνατότητα σε διάσημους Ευρωπαίους συνθέτες να δράσουν εκεί. Αναλογίες με το Μεξικό, σε ό,τι αφορά την καταπίεση του τοπικού μουσικού στοιχείου, παρουσιάζει η Ουρουγουάη ύστερα από την εξολόθρευση των ιθαγενών φυλών. Η Παραγουάη, αντίθετα, παρέμεινε στη σφαίρα της αργεντινής επιρροής. Στη Χιλή, που είναι πιο απομονωμένη, από τα πρώτα χρόνια των ιησουιτικών αποστολών εκδηλώθηκε ιδιαίτερη προτίμηση προς τις ενόργανες μουσικές εκδηλώσεις, που ενισχύθηκαν από την αξιόλογη διάδοση, όχι μόνο του εκκλησιαστικού οργάνου, αλλά και του τσέμπαλου και αργότερα του πιάνου, όργανα τα οποία συνυπήρχαν με εκείνα της τοπικής μουσικής, η οποία είναι από τις πιο πρωτότυπες της Νότιας Α. Τον 19o αι., παράλληλα με την ίδρυση των ανεξάρτητων κρατών της αμερικανικής ηπείρου, οι πιο προσεκτικοί και ευαίσθητοι στους πειραματισμούς του ευρωπαϊκού ρομαντισμού μουσικοί εργάστηκαν εντατικά για να απαλλάξουν την αμερικανική μουσική από τα ποικίλα στοιχεία που με το πέρασμα των αιώνων συσσωρεύτηκαν στον αρχικό της πυρήνα και για να ξαναδώσουν στην τοπική μουσική τον βασικό ρόλο εθνικής μουσικής, που τα χαρακτηριστικά της διατηρούνται ιδιαίτερα ζωντανά ακόμα και στις πιο τολμηρές εκδηλώσεις πρωτοποριακής μουσικής. Στο Μεξικό, εξάλλου, υπάρχει και Ινστιτούτο Εθνικής Μουσικής που εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση.
Ειδυλλιακή εικόνα από ένα νησί στις Μπαχάμες, στο βόρειο άκρο της Καραϊβικής θάλασσας, με άφθονη βλάστηση και ηπιότατο κλίμα (φωτ. Sef).
Τα Βραχώδη όρη, που εκτείνονται περίπου επί 8.000 χλμ., από την Αλάσκα έως το Μεξικό, αποτελούν το κύριο ορεογραφικό στοιχείο όλης της Βόρειας Αμερικής. Στη φωτογραφία, άποψη του όρους Bo (3.290 μ.), στον καναδικό τομέα της μεγάλης αμερικανικής οροσειράς (φωτ. Sef).
Εντυπωσιακή άποψη του Γκραν Κάνιον του Κολοράντο. Αποτελεί ασφαλώς το πιο εύγλωττο παράδειγμα των επιβλητικών φαινομένων διάβρωσης, που συναντώνται πάρα πολύ συχνά στο εκτεταμένο ομώνυμο οροπέδιο (φωτ. Igda).
Κακτοειδές του γένους εχινόκηρος, κοινότατο στις περιοχές των ΗΠΑ και του Μεξικού (φωτ. Igda).
Η πανίδα της Βόρειας Αμερικής δεν είναι πολύ πλούσια. Τα διάφορα είδη που διαθέτει είναι όμοια με αυτά που ζουν στην Ευρώπη, όπως οι κάστορες (φωτ. Igda).
Η μαυριδερή αρκούδα είναι χαρακτηριστικό είδος, αρκετά διαδεδομένο στις βόρειες περιοχές της Αμερικής (φωτ. Igda).
Ο αμερικανικός βίσονας, από τα πολυαριθμότερα θηλαστικά πριν από τον αποικισμό των Ευρωπαίων στην Αμερική, έχει επιζήσει πλέον μόνο σε ορισμένα διαμερίσματα των Μεγάλων Λειμώνων (φωτ. Igda).
Στο τοπίο της Αριζόνας με τη σκληρή και ερημική όψη οι μορφές της χλωρίδας αντιπροσωπεύονται κυρίως από χαρακτηριστικά μεγάλα κακτοειδή (φωτ. Igda).
Γέφυρα στον ποταμό Σεν Λόρενς του Καναδά. Ο ποταμός αυτός διασχίζει περίπου επί 3.000 χλμ. το καναδικό έδαφος, συνδέει τον Ατλαντικό με την περιοχή των Μεγάλων Λιμνών και είναι μία από τις σημαντικότερες υδάτινες οδούς ολόκληρου του κόσμου (φωτ. Igda).
Ο υδροφράκτης του Μιραφλόρες στη διώρυγα του Παναμά, η οποία εγκαινιάστηκε το 1915 και είναι ουσιαστικά η μοναδική οδός μεταξύ του Ατλαντικού και του Ειρηνικού, επιτρέποντας στα πλοία να περνούν από τον έναν ωκεανό στον άλλο με τη βοήθεια ενός διπλού συστήματος υδροφρακτών (φωτ. Sef).
Εσωτερικό εργοστασίου αυτοκινήτων στο Σάουθ Μπεντ της Ιντιάνα (φωτ. Igda).
Ανάμεσα στους ιθαγενείς πληθυσμούς της αμερικανικής ηπείρου, ιδιαίτερη θέση έχουν και οι Εσκιμώοι (φωτ. Igda).
Υπολογίζεται ότι από το σύνολο του πληθυσμού της αμερικανικής ηπείρου, αυτόχθονες (Αμερινδοί κλπ.) είναι μόνο ένα ποσοστό 1,1% (φωτ. Igda).
Ένα σιδηρουργικό συγκρότημα στο Πίτσμπουργκ (Πενσιλβανία) των ΗΠΑ (φωτ. Igda).
Οι καταρράκτες του ποταμού Ουγκουασού στα σύνορα μεταξύ Βραζιλίας και Αργεντινής (φωτ. Igda).
Τυπικό φυτό της Νότιας Αμερικής είναι η κεσαλπινία των ισημερινών ζωνών (φωτ. Tomsich).
Ο κλειστόκακτος του Μπρουκ φύεται στα aφιλόξενα εδάφη της Νότιας Αμερικής (φωτ. Tomsich).
Η διώρυγα από το Μπίγκελ στην Ουσουάια (Γη του Πυρός), στο αργεντινό έδαφος, είναι το ακρότατο νότιο σημείο της αμερικανικής ηπείρου και η κατανομή της Γης του Πυρός στα τέλη του 19ου αι., ήταν μια από τις αιτίες διένεξης για τον καθορισμό της μεθορίου μεταξύ Αργεντινής και Χιλής (φωτ. Igda).
Χωριό στον ποταμό Ρίο Νέγκρο. Oμάδες Αμαζονίων ζουν, σχεδόν εντελώς απομονωμένες, στις άκρες του παρθένου δάσους (φωτ. Schulthess).
Άρα η στρατιωτική, μακρόβιος παπαγάλος διαδεδομένος κυρίως στις τροπικές περιοχές της Νότιας Αμερικής.
Το ουακάρι είναι ένα είδος πίθηκου των δασών του Αμαζoνίου (φωτ. Ostman).
Bοοειδή σε βοσκοτόπι της Αργεντινής. Η κτηνοτροφία αποτελεί παράδοση και σοβαρότατο οικονομικό πόρο πολλών χωρών της Νότιας Αμερικής (φωτ. Igda).
Η απόβαση του Κορτές στο Μεξικό. Οι πρώτοι Ευρωπαίοι είδαν τον Νέο Κόσμο ως ένα τεράστιο απόθεμα μπαχαρικών και πολύτιμων μετάλλων, τα οποία μπορούσαν να πάρουν, αλλά και ψυχών τις οποίες έπρεπε να σώσουν (Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη· φωτ. Igda και Orowoz).
Η στέψη του Μοντεζούμα, τελευταίου αυτοκράτορα των Μάγια, από φανταστική αναπαράσταση της προκολομβιανής Αμερικής σε χρονικό του 16ου αι. (Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη· φωτ. Igda και Orowoz).
Η ιερή πόλη Κούσκο των Μάγια, από χρονικό του 16ου αι. (Εθνική Βιβλιοθήκη, Μαδρίτη· φωτ. Igda και Orowoz).
Χαλκογραφία του 1564, που παριστάνει τους Ισπανούς κονκισταδόρες να αποβιβάζονται στην Αμερική και τους ιθαγενείς να προσφέρουν δώρα.
Προμετωπίδα της δεύτερης έκθεσης που είχε στείλει ο Φερνάντο Κορτές στον Κάρολο Ε’ το 1522.
Η μάχη της Σαρατόγκα, μια ένδοξη σελίδα της αμερικανικής ιστορίας, σε πίνακα της εποχής.
Πρωτότυπο χαλκογραφίας από τη «Γενική Ιστορία της Βιρτζίνια» (1624) του Τζον Σμιθ. Η μυθιστορηματική περιπέτεια του συγγραφέα, που τον έσωσε η κόρη ενός Ινδιάνου φύλαρχου, ενέπνευσε μια ολόκληρη λογοτεχνία εξωτικού περιεχομένου.
Ο καθεδρικός ναός του Τάσκο στο Μεξικό (18ος αι.), με την πλούσια τσουριγκουερεσκική διακόσμηση, είναι τυπικό παράδειγμα της κυριαρχικής επίδρασης που έχει ασκήσει η ιβηρική τέχνη στη Λατινική Αμερική (φωτ. Hamwright).
Κίονες του μεγαλοπρεπούς ναού της Τούλα, στο Μεξικό, χαρακτηριστικά δείγματα τολτεκικού (προκολομβιανού) πολιτισμού (φωτ. Igda).
Ανάγλυφο από ασβεστόλιθο με συμβολικές μορφές, έργο κλασικής τέχνης των Μάγια, από το Παλένκε του Μεξικού (φωτ. Igda).
Λαβή χρυσού τελετουργικού μαχαιριού με τιρκουάζ, πολύτιμο δείγμα προκολομβιανής χρυσοχοϊκής τσίμου και Περού (Δημοτικό Μουσείο, Μιλάνο΄ φωτ. Mairani)
Αγγείο των Νάζκα, διακοσμημένο με ανθρωπόμορφο φίδι (Δημοτικό Μουσείο, Μιλάνο· φωτ. Mairani).
Είδωλο των Ζαποτέκων, που βρέθηκε στο φρούριο του Μόντε Αλμπάν, στο Μεξικό (φωτ. Chaffey).
Γλυπτό των Μάγια, στο οποίο ένας ιαγουάρος καταβροχθίζει καρδιά (Μουσείο Ανθρωπολογίας, Μεξικό΄φωτ.Prato).
Ύφασμα των Παράκας, στο οποίο απεικονίζεται, έντονα σχηματοποιημένη, μια παράξενη μορφή αιλουροειδούς.
Η Πυραμίδα του Ήλιου στο Τεοτιουακάν του Μεξικού είναι από τα σημαντικότερα δείγματα της προκολομβιανής θρησκευτικής αρχιτεκτονικής. Οι πυραμίδες αυτές ήταν κατασκευασμένες σε επάλληλα στρώματα, με χαλίκια, κονίαμα και πλίνθους ψημένες στον ήλιο, ενώ στην κορυφή τους υψωνόταν ο ναός (φωτ. Igda).
Το έργο του Μεξικανού ζωγράφου Νταβίντ Αλφάρο Σικουέιρος εμπνέεται από ιδεολογικό ρεαλισμό (Πόλη του Μεξικού· φωτ. Prato).
«Απελευθέρωση», ελαιογραφία του Μπεν Σαν (1945), εμπνευσμένη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Κάτω από τις εξπρεσιονιστικές παραμορφώσεις διαφαίνεται ένας αισθαντικός ρεαλισμός (φωτ. Igda).
«Sorcerer», γλυπτό του Σέιμουρ Λίπτον (1957), από τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της βορειοαμερικανικής πρωτοπορίας (Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Γουίτνεϊ, Νέα Υόρκη· φωτ. Igda).
Ζωγραφική διακόσμηση της οροφής της εκκλησίας του Αγίου Φραγκίσκου (18ος αι.), στο Ούρο Πρέτο της Βραζιλίας, έργο του Βραζιλιάνου ζωγράφου Μανουέλ Ντα Κόστα (φωτ. Igda).
Χορεύτριες με παραδοσιακές ενδυμασίες στην αρένα της Πόλης του Μεξικού. Η επίδραση της ισπανικής κυριαρχίας στις χώρες που κατακτήθηκαν είναι καταφανής: οι ταυρομαχίες, εθνικό ιβηρικό θέαμα, έχουν γνωρίσει και στις χώρες αυτές εξαιρετικά μεγάλη διάδοση (φωτ. Hamwright).
Η μουσική τζαζ, που έχει τις ρίζες της στα νέγρικα τραγούδια των φυτειών του Νότου των HΠA, αναπτύχθηκε σε σειρά ρυθμικών μορφών, φωνητικών και ενόργανων (φωτ. Igda).
Χορευτές καλίψο (calypso) σε μια βραζιλιάνικη ακρογιαλιά. Οι εκδηλώσεις λαϊκού πολιτισμού της χώρας αυτής έχουν τις ρίζες τους στη συγχώνευση πορτογαλικών, αυτοχθόνων και νέγρικων στοιχείων (φωτ. Hamwright).
Η Νέα Υόρκη είναι το μητροπολιτικό κέντρο όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά ολόκληρης της Αμερικής.
Σπάνια θα συναντήσει κανείς σήμερα στη Βόρεια Αμερική αυτόχθονες που έχουν διατηρήσει τις παραδοσιακές τους συνήθειες, μια και οι περισσότεροι ζουν σε απομονωμένες και ειδικά διαμορφωμένες περιοχές.
Στη Νότια Αμερική, οι φυλετικές αναμείξεις ξεκίνησαν από τις πρώτες δεκαετίες του ευρωπαϊκού αποικισμού.
Οι αυτόχθονες της Αμερικής ζουν, συνήθως εκτοπισμένοι από την πατρογονική γη τους, σε απομονωμένες ή ακραίες ζώνες της Βόρειας Αμερικής.
Ινδιάνικο χωριό των Σέμινολ κοντά στο Φορτ Λοντερντέιλ (Φλόριντα), στο περιβάλλον μιας ειδικής περιοχής.
Mια χαρακτηριστική μορφή της Βόρειας Αμερικής είναι ο κλασικός «αγελαδάρης» (cowboy).
Οι περίφημοι καταράκτες του Νιαγάρα, που αποτελούν το πέρασμα ανάμεσα στις λίμνες Ίρι και Οντάριο, χάρη στην ανθρώπινη επέμβαση έχουν σχηματίσει μια ενιαία και τεράστια εσωτερική πλωτή λεκάνη, στο βόρειο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου.
Παγετώνας στην Αλάσκα, στις βόρειες και αφιλόξενες για τον άνθρωπο εσχατιές της αμερικανικής ηπείρου.
Χαρακτηριστική διαδοχή ποτάμιων μαιάνδρων του Μισισιπή στη Μινεσότα, στις βορειοκεντρικές πεδιάδες των ΗΠΑ.
Το πουέμπλο του Ταός (Νιου Μέξικο), σε μεγάλη πλέον παρακμή.
Ένα τεχνητό νησί για την εξόρυξη πετρελαίου από τον βυθό του Ειρηνικού ωκεανού, στα ανοιχτά των ΗΠΑ (Λος Άντζελες, Καλιφόρνια).
Φωτογραφία της βραζιλιάνικης πόλης Μανάους από δορυφόρο της ΝΑΣΑ,τον Ιούλιο του 1997, από ύψος 305 χλμ. Στη φωτογραφία διακρίνονται και οι δύο ποταμοί που διαρρέουν την περιοχή, ο Αμαζόνιος και ο Ρίο Νέγκρο (αριστερά πάνω), ο οποίος συμβάλλει στον Αμαζόνιο σε αυτό το σημείο.
(φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov).
II
(Aστρον.). Αστεροειδής. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 13,4, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,9. Ο αστεροειδής αυτός περιφέρεται σε 1.328,5 ημέρες γύρω από τον Ήλιο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αμερική — η η μία από τις πέντε ηπείρους …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Λατινική Αμερική — Ονομασία που επικράτησε για τα λατινόφωνα κράτη της Νότιας (κυρίως) και της Κεντρικής Αμερικής. Βλ. λ. Αμερική …   Dictionary of Greek

  • ξύλο — Φυτικός ιστός, που σχηματίζει, στον βλαστό και στις ρίζες των φυτών, το ξυλώδες αγγειακό τμήμα των ηθμαγγειωδών δεσμίδων, ή σύστημα των αγωγών αγγείων· με το σύστημα αυτό μεταφέρεται και κυκλοφορεί ο ακατέργαστος χυμός, δηλαδή το νερό και οι… …   Dictionary of Greek

  • Καναδάς — I Επίσημη ονομασία: Καναδάς Έκταση: 9.970.610 τ. χλμ. Πληθυσμός: 30.007.094 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Οτάβα (827.898 κάτ. το 2001)Κράτος της Βόρειας Αμερικής. Συνορεύει στα Ν με τις ΗΠΑ και στα Δ με την πολιτεία Αλάσκα των ΗΠΑ. Βρέχεται στα Β από… …   Dictionary of Greek

  • Ισημερινός ή Εκουαδόρ — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία του Ισημερινού Έκταση: 283.560 τ. χλμ. Πληθυσμός: 13.447.494 (2002) Πρωτεύουσα: Κίτο (1.399.814 κάτ. το 2002)Κράτος της Νότιας Αμερικής, στην οροσειρά των Άνδεων. Συνορεύει στα Β με την Κολομβία και στα Α και Ν με το… …   Dictionary of Greek

  • αεροναυτική — Σύνολο πειραματικών δεδομένων, τεχνικών εφαρμογών και ποικίλων δραστηριοτήτων, οι οποίες συνδέονται με τις συνθήκες που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μετακινείται μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα με συσκευές που κατασκευάζονται γι’ αυτό τον σκοπό. Τo… …   Dictionary of Greek

  • Αυστραλία — Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό και τον Ειρηνικό ωκεανό, που περιλαμβάνει την ομώνυμη μεγάλη νήσο του νότιου Ειρηνικού (λόγω του μεγέθους θεωρείται ηπειρωτικό έδαφος), την Τασμανία και άλλα νησιά.Κράτος της Ωκεανίας, ανάμεσα στον Ινδικό… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Эллада (фрегат) — Эллада Служба …   Википедия

  • γλαρόνι — Στεγανόποδο πτηνό της οικογένειας των λαριδών, της τάξης των λαρομόρφων. Έχει κομψή εμφάνιση, πετάει γρήγορα, συνήθως πάνω από τη θάλασσα, και τρέφεται κυρίως με ψάρια, μαλάκια και μικρά καρκινοειδή. Το σώμα του έχει μήκος 30 40 εκ., το ράμφος… …   Dictionary of Greek